Exam

Testa din ordförrådsnivå!

Nyfiken på dina ordförrådskunskaper i ett främmande språk? Gör vårt ordförrådstest nu och upptäck din nivå, från A1 (Nybörjare) till C2 (Mästerskap)!

Ordlista för CEFR - Utöka Ditt Ordförråd B1 Grekiska

Bild
Ord
Transkription
Betydelse
Word

αναπνοή

/ana.pnoˈi/

s

ο αέρας που εισπνέεται ή εκπνέεται

Word

αναπνοή

/ana.pnoˈi/

s
ο αέρας που εισπνέεται ή εκπνέεται
Word

ανάπτυξη

/aˈnap.ti.ksi/

s

Η διαδικασία αύξησης σε μέγεθος ή σημασία

Word

ανάπτυξη

/aˈnap.ti.ksi/

s
Η διαδικασία αύξησης σε μέγεθος ή σημασία
Word

ανάπτυξη

/aˈnap.ti.ksi/

s

Η διαδικασία ανάπτυξης ή βελτίωσης

Word

ανάπτυξη

/aˈnap.ti.ksi/

s
Η διαδικασία ανάπτυξης ή βελτίωσης
Word

αναρρίχηση

/anarí̱chisi/

s

Πράξη ανόδου σε κάτι

Word

αναρρίχηση

/anarí̱chisi/

s
Πράξη ανόδου σε κάτι
Word

αναρωτιέμαι

/anaroˈtʝeme/

v

Σκέφτομαι κάτι με περιέργεια

Word

αναρωτιέμαι

/anaroˈtʝeme/

v
Σκέφτομαι κάτι με περιέργεια
Word

αναστατωμένος

/anastatɔˈmenɔs/

adj

Αίσθημα δυστυχίας ή ανησυχίας

Word

αναστατωμένος

/anastatɔˈmenɔs/

adj
Αίσθημα δυστυχίας ή ανησυχίας
Word

ανατολή

/anatoˈli/

adv

Κατεύθυνση από όπου ανατέλλει ο ήλιος

Word

ανατολή

/anatoˈli/

adv
Κατεύθυνση από όπου ανατέλλει ο ήλιος
Word

ανατολικός

/anatoˈlikos/

adj

Σχετικός με την ανατολή

Word

ανατολικός

/anatoˈlikos/

adj
Σχετικός με την ανατολή
Word

αναφορά

/anafoˈɾa/

s

Μια σύντομη δήλωση για κάτι

Word

αναφορά

/anafoˈɾa/

s
Μια σύντομη δήλωση για κάτι
Word

αναφορά

/anafoˈɾa/

s

Μια αναφορά σε κάτι

Word

αναφορά

/anafoˈɾa/

s
Μια αναφορά σε κάτι
Word

αναχώρηση

/anaxˈorisɨs/

s

Η πράξη της αναχώρησης

Word

αναχώρηση

/anaxˈorisɨs/

s
Η πράξη της αναχώρησης
Word

άνδρας

/ˈanðras/

s

A man

Word

άνδρας

/ˈanðras/

s
A man
Word

ανεργία

/anɛrˈʝia/

s

Η κατάσταση του να μην έχεις δουλειά

Word

ανεργία

/anɛrˈʝia/

s
Η κατάσταση του να μην έχεις δουλειά
Word

άνεργος

/ˈanɛrɡos/

adj

Χωρίς δουλειά

Word

άνεργος

/ˈanɛrɡos/

adj
Χωρίς δουλειά
Word

ανησυχία

/anisiˈxia/

s

Αίσθημα άγχους ή ανησυχίας

Word

ανησυχία

/anisiˈxia/

s
Αίσθημα άγχους ή ανησυχίας
Word

άνθρακας

/ˈanθɾakas/

s

Μια μαύρη ή σκούρα καφέ πέτρα που χρησιμοποιείται ως καύσιμο

Word

άνθρακας

/ˈanθɾakas/

s
Μια μαύρη ή σκούρα καφέ πέτρα που χρησιμοποιείται ως καύσιμο
Word

ανθρώπινος

/anˈθro.pi.nos/

adj

Σχετικός με τους ανθρώπους

Word

ανθρώπινος

/anˈθro.pi.nos/

adj
Σχετικός με τους ανθρώπους
Word

ανίκανος

/aniˈkanos/

adj

δεν μπορεί να κάνει κάτι

Word

ανίκανος

/aniˈkanos/

adj
δεν μπορεί να κάνει κάτι
Word

αν και

/an ke/

adv

Παρά το γεγονός

Word

αν και

/an ke/

adv
Παρά το γεγονός
Word

ανοιχτός

/a.niˈxtos/

adj

όχι σκούρος σε χρώμα

Word

ανοιχτός

/a.niˈxtos/

adj
όχι σκούρος σε χρώμα