Testa din ordförrådsnivå!
Nyfiken på dina ordförrådskunskaper i ett främmande språk? Gör vårt ordförrådstest nu och upptäck din nivå, från A1 (Nybörjare) till C2 (Mästerskap)!Ordlista för CEFR - Utöka Ditt Ordförråd B1 Grekiska

απίθανο
/aˈpithano/
adjδεν είναι πιθανό να συμβεί

απίθανο
/aˈpithano/
adj
απίστευτα
/aˈpistevta/
advΜε τρόπο που είναι δύσκολο να πιστέψεις; εξαιρετικά

απίστευτα
/aˈpistevta/
adv
απλά
/aˈpla/
advΜε απλό τρόπο

απλά
/aˈpla/
adv
απλώνω
/aˈplono/
vνα ανοίγω σε μεγαλύτερη περιοχή

απλώνω
/aˈplono/
v
απογοητευμένος
/apogoitevˈmenos/
adjΑίσθημα λύπης γιατί κάτι δεν συνέβη

απογοητευμένος
/apogoitevˈmenos/
adj
απογοητευτικός
/apogoiteftikos/
adjΌχι τόσο καλός όσο αναμενόταν

απογοητευτικός
/apogoiteftikos/
adj
αποδεικνύω
/apodɪˈkni.o/
vνα δείξω ότι κάτι είναι αληθινό

αποδεικνύω
/apodɪˈkni.o/
v
απόδειξη
/aˈpoðisi/
sΈνα κομμάτι χαρτί που δείχνει ότι έχουν παραληφθεί χρήματα ή αγαθά

απόδειξη
/aˈpoðisi/
s
αποθηκεύω
/apoxiˈkɛv.o/
vκρατώ κάτι για αργότερα

αποθηκεύω
/apoxiˈkɛv.o/
v
απολύτως
/apoˈli.tos/
advεντελώς ή τελείως

απολύτως
/apoˈli.tos/
adv
απομακρυσμένος
/apomakrisˈmenos/
adjμακριά σε απόσταση ή χρόνο

απομακρυσμένος
/apomakrisˈmenos/
adj
απονέμω
/apoˈnemo/
vΔίνω βραβείο ή αναγνώριση

απονέμω
/apoˈnemo/
v
απορρίπτω
/aporiˈpto/
vΝα αρνηθώ κάτι

απορρίπτω
/aporiˈpto/
v
αποτελείται
/apoteˈli̱te/
vνα είναι φτιαγμένο από

αποτελείται
/apoteˈli̱te/
v
αποτέλεσμα
/apoteˈlezma/
vΝα συμβαίνει λόγω κάποιου άλλου

αποτέλεσμα
/apoteˈlezma/
v
αποτελεσματικά
/apotelezmaˈtika/
advΜε τρόπο που λειτουργεί καλά

αποτελεσματικά
/apotelezmaˈtika/
adv
αποτελεσματικός
/apotelezmaˈtikoːs/
adjΠαράγει το επιθυμητό αποτέλεσμα

αποτελεσματικός
/apotelezmaˈtikoːs/
adj
από τότε
/apo ˈtote/
advαπό ένα παρελθόν μέχρι τώρα

από τότε
/apo ˈtote/
adv
αποφασισμένος
/apofasisménos/
adjΈχει ισχυρή θέληση να κάνει κάτι

αποφασισμένος
/apofasisménos/
adj
αποφοίτηση
/apofiˈtisi/
vνα τελειώσει το σχολείο

αποφοίτηση
/apofiˈtisi/
v