Exam

Testa din ordförrådsnivå!

Nyfiken på dina ordförrådskunskaper i ett främmande språk? Gör vårt ordförrådstest nu och upptäck din nivå, från A1 (Nybörjare) till C2 (Mästerskap)!

Ordlista för CEFR - Utöka Ditt Ordförråd B1 Grekiska

Bild
Ord
Transkription
Betydelse
Word

αλυσίδα

/aliˈsiða/

s

Μια σειρά συνδεδεμένων συνδέσμων ή δακτυλίων

Word

αλυσίδα

/aliˈsiða/

s
Μια σειρά συνδεδεμένων συνδέσμων ή δακτυλίων
Word

αμέλεια

/ameˈli.a/

adj

Μη δίνω προσοχή

Word

αμέλεια

/ameˈli.a/

adj
Μη δίνω προσοχή
Word

άμεσα

/ˈame̞sa/

adv

Χωρίς τίποτα ενδιάμεσα

Word

άμεσα

/ˈame̞sa/

adv
Χωρίς τίποτα ενδιάμεσα
Word

άμεσος

/ˈame.sos/

adj

Happening right now

Word

άμεσος

/ˈame.sos/

adj
Happening right now
Word

άμμος

/ˈamos/

s

Μικροί κόκκοι πέτρας που βρίσκονται στις παραλίες

Word

άμμος

/ˈamos/

s
Μικροί κόκκοι πέτρας που βρίσκονται στις παραλίες
Word

αμφιβολία

/amfiˈvolia/

s

Αίσθημα αβεβαιότητας

Word

αμφιβολία

/amfiˈvolia/

s
Αίσθημα αβεβαιότητας
Word

αν

/an/

konj

χρησιμοποιείται για να εισάγει επιλογές

Word

αν

/an/

konj
χρησιμοποιείται για να εισάγει επιλογές
Word

αναγκαία

/anagˈce.a/

adv

Με τρόπο που είναι απαραίτητος

Word

αναγκαία

/anagˈce.a/

adv
Με τρόπο που είναι απαραίτητος
Word

αναζήτηση

/anaziˈtisi/

s

η πράξη της αναζήτησης κάτι

Word

αναζήτηση

/anaziˈtisi/

s
η πράξη της αναζήτησης κάτι
Word

ανάθεση

/aˈnaθesi/

s

Μια εργασία ή κομμάτι δουλειάς που δίνεται σε κάποιον

Word

ανάθεση

/aˈnaθesi/

s
Μια εργασία ή κομμάτι δουλειάς που δίνεται σε κάποιον
Word

αναθεωρώ

/anatheoˈɾo/

v

να αλλάξω κάτι για να γίνει καλύτερο

Word

αναθεωρώ

/anatheoˈɾo/

v
να αλλάξω κάτι για να γίνει καλύτερο
Word

ανακατεύω

/anakaˈtevo/

v

Να συνδυάσω πράγματα

Word

ανακατεύω

/anakaˈtevo/

v
Να συνδυάσω πράγματα
Word

ανακοινώνω

/anakinˈono/

v

Λέω στους ανθρώπους κάτι επίσημα

Word

ανακοινώνω

/anakinˈono/

v
Λέω στους ανθρώπους κάτι επίσημα
Word

ανακοίνωση

/anakiˈnosi/

s

Δημόσια ή επίσημη δήλωση

Word

ανακοίνωση

/anakiˈnosi/

s
Δημόσια ή επίσημη δήλωση
Word

ανακοίνωση

/anakiˈnosi/

s

Γραπτή ή εκτυπωμένη ανακοίνωση

Word

ανακοίνωση

/anakiˈnosi/

s
Γραπτή ή εκτυπωμένη ανακοίνωση
Word

ανάλυση

/aˈna.lisi/

s

Η διαδικασία προσεκτικής μελέτης κάτι

Word

ανάλυση

/aˈna.lisi/

s
Η διαδικασία προσεκτικής μελέτης κάτι
Word

αναμενόμενος

/anamenómenos/

adj

θεωρείται ότι θα συμβεί

Word

αναμενόμενος

/anamenómenos/

adj
θεωρείται ότι θα συμβεί
Word

ανάπαυση

/aˈna.paf.si/

s

Χρόνος για χαλάρωση

Word

ανάπαυση

/aˈna.paf.si/

s
Χρόνος για χαλάρωση
Word

αναπνέω

/anapˈne.o/

v

να παίρνω αέρα στους πνεύμονες και να τον βγάζω

Word

αναπνέω

/anapˈne.o/

v
να παίρνω αέρα στους πνεύμονες και να τον βγάζω
Word

αναπνοή

/ana.pnoˈi/

s

η διαδικασία εισπνοής και εκπνοής αέρα

Word

αναπνοή

/ana.pnoˈi/

s
η διαδικασία εισπνοής και εκπνοής αέρα