Test Your Vocabulary Level!
Curious about your foreign language vocabulary skills? Take our Vocabulary Test now and discover your level, from A1 (Beginner) to C2 (Mastery)!Wordlist for CEFR C2 - Expand Your Greek Vocabulary

ζήλος
/ˈzilɔs/
nounΜεγάλη ενέργεια ή ενθουσιασμός για κάτι

ζήλος
/ˈzilɔs/
noun
ζουν μαζί
/zun maˈzi/
verbνα μοιράζονται ένα σπίτι

ζουν μαζί
/zun maˈzi/
verb
ηλίθιος
/iˈliθios/
nounχαζός άνθρωπος

ηλίθιος
/iˈliθios/
noun
ηρέμησε
/iˈremise/
verbνα ηρεμήσεις

ηρέμησε
/iˈremise/
verb
ηρεμία
/iɾeˈmi.a/
nounκατάσταση ηρεμίας και γαλήνης

ηρεμία
/iɾeˈmi.a/
noun
ήρεμος
/ˈiremos/
adjectiveήσυχος και γαλήνιος

ήρεμος
/ˈiremos/
adjective
ηχώ
/iˈxo/
nounΉχος που επαναλαμβάνεται

ηχώ
/iˈxo/
noun
θanatos
/θaˈna.tos/
adjectiveυπόκειται σε θάνατο

θanatos
/θaˈna.tos/
adjective
θαυμάσια
/θavˈmasia/
adverbΜε θαυμάσιο τρόπο

θαυμάσια
/θavˈmasia/
adverb
θαυμαστικό
/θavmaˈstiko/
nounένα σημάδι στίξης που δείχνει έντονα συναισθήματα

θαυμαστικό
/θavmaˈstiko/
noun
θεά
/θea/
nounΓυναίκα θεός

θεά
/θea/
noun
θεματικός
/θɛmaˈtikos/
adjectiveσχετικός με ένα θέμα

θεματικός
/θɛmaˈtikos/
adjective
θεολογικός
/θeoloʝiˈkós/
adjectiveΣχετικός με τη μελέτη της θρησκείας

θεολογικός
/θeoloʝiˈkós/
adjective
θεολόγος
/θɛoˈloɡos/
nounΆτομο που μελετά τη θρησκεία

θεολόγος
/θɛoˈloɡos/
noun
θεότητα
/θeˈotita/
nounΘεός ή θεά

θεότητα
/θeˈotita/
noun
θεραπεία
/θerapˈia/
nounΗ διαδικασία ανάρρωσης μετά από τραυματισμό

θεραπεία
/θerapˈia/
noun
θεραπευτικό
/θeraˈpftiko/
adjectiveσχετικό με την επούλωση

θεραπευτικό
/θeraˈpftiko/
adjective
θερμά
/θɛrˈma/
adverbΜε φιλικό και τρυφερό τρόπο

θερμά
/θɛrˈma/
adverb
θερμαντήρας
/θeɾ.manˈtiɾas/
nounΣυσκευή που παράγει θερμότητα

θερμαντήρας
/θeɾ.manˈtiɾas/
noun
θερμικός
/θɛr.miˈkos/
adjectiveσχετικός με τη θερμότητα

θερμικός
/θɛr.miˈkos/
adjective