Test Your Vocabulary Level!
Curious about your foreign language vocabulary skills? Take our Vocabulary Test now and discover your level, from A1 (Beginner) to C2 (Mastery)!Wordlist for CEFR C2 - Expand Your Greek Vocabulary

CD
/siː diː/
nounΈνας δίσκος που αποθηκεύει μουσική ή δεδομένα

CD
/siː diː/
noun
naïf
/naˈif/
adjectiveέλλειψη εμπειρίας ή κατανόησης

naïf
/naˈif/
adjective
naïf
/naˈif/
που λείπει από εμπειρία ή εκλέπτυνση

naïf
/naˈif/

trafficking
/ˈtrafikɪŋ/
nounη πράξη αγοράς και πώλησης παράνομων αγαθών

trafficking
/ˈtrafikɪŋ/
noun
αβέβαιος
/aˈve.βe.os/
adjectiveδεν είναι σίγουρος

αβέβαιος
/aˈve.βe.os/
adjective
άβολος
/ˈavolos/
adjectiveπροκαλεί προβλήματα ή δυσκολίες

άβολος
/ˈavolos/
adjective
αγανάκτηση
/aɣaˈnaɾktisi/
verbΝα κάνεις κάποιον πολύ θυμωμένο

αγανάκτηση
/aɣaˈnaɾktisi/
verb
αγαπημένος
/aɣapiˈmenos/
nounΆτομο που αγαπάς

αγαπημένος
/aɣapiˈmenos/
noun
αγγελιοφόρος
/aɲɡe.li.oˈfo.ros/
nounΆτομο που παραδίδει μηνύματα

αγγελιοφόρος
/aɲɡe.li.oˈfo.ros/
noun
Αγγλος
/ˈaɡɡlos/
nounΈνας άντρας από την Αγγλία

Αγγλος
/ˈaɡɡlos/
noun
άγευστος
/ˈaʝefstos/
adjectiveχωρίς γεύση

άγευστος
/ˈaʝefstos/
adjective
αγνοώ
/aɣnoˈo/
verbνα μην δίνω προσοχή

αγνοώ
/aɣnoˈo/
verb
αγορά
/aɣoˈra/
gerundη πράξη της αγοράς κάτι

αγορά
/aɣoˈra/
gerund
αδαής
/a.ðaˈis/
adjectiveδεν ξέρει

αδαής
/a.ðaˈis/
adjective
άδεια
/ˈa.ðea/
nounΗ πράξη παροχής επίσημης άδειας

άδεια
/ˈa.ðea/
noun
αδελφότητα
/aðelfóti̱ta/
nounφιλική ένωση

αδελφότητα
/aðelfóti̱ta/
noun
αδιαμφισβήτητος
/aðiafisiˈvitɨtos/
adjectiveΔεν αμφισβητείται.

αδιαμφισβήτητος
/aðiafisiˈvitɨtos/
adjective
αδιανόητος
/aðjaˈni.tos/
adjectiveΑδύνατος να φανταστεί ή να πιστέψει

αδιανόητος
/aðjaˈni.tos/
adjective
αδιαφορία
/aðiafoˈria/
nounέλλειψη ενδιαφέροντος ή ανησυχίας

αδιαφορία
/aðiafoˈria/
noun
αδιάφορος
/aˈðja.fɔ.ros/
adjectiveδεν είναι ενδιαφέρον

αδιάφορος
/aˈðja.fɔ.ros/
adjective