Testa din ordförrådsnivå!
Nyfiken på dina ordförrådskunskaper i ett främmande språk? Gör vårt ordförrådstest nu och upptäck din nivå, från A1 (Nybörjare) till C2 (Mästerskap)!Ordlista för CEFR - Utöka Ditt Ordförråd B1 Grekiska

άβολος
/ˈavolos/
adjΔεν νιώθεις άνετα ή χαλαρά.

άβολος
/ˈavolos/
adj
άγαλμα
/ˈaɣalma/
sΜια σκαλιστή ή χυτή φιγούρα ανθρώπου ή ζώου

άγαλμα
/ˈaɣalma/
s
αγνοώ
/aɣnoˈo/
vΔεν δίνω προσοχή σε

αγνοώ
/aɣnoˈo/
v
αγώνας
/aˈɣonas/
sΟ αθλητισμός του ανταγωνισμού

αγώνας
/aˈɣonas/
s
αδειάζω
/aˈðiazɔ/
vΝα αφαιρέσω όλα τα περιεχόμενα από κάτι

αδειάζω
/aˈðiazɔ/
v
άδικος
/ˈaðikos/
adjΌχι δίκαιος ή ίσος

άδικος
/ˈaðikos/
adj
αθώος
/aˈθo.os/
adjΔεν είναι ένοχος για έγκλημα

αθώος
/aˈθo.os/
adj
αίτημα
/ˈetima/
vΝα πεις ότι κάτι είναι αλήθεια

αίτημα
/ˈetima/
v
αίτηση
/ˈetisi/
sΜια επίσημη αίτηση για κάτι

αίτηση
/ˈetisi/
s
ακαδημαϊκός
/akademiˈkɔs/
adjσχετικός με την εκπαίδευση ή τη μάθηση

ακαδημαϊκός
/akademiˈkɔs/
adj
ακολούθοι
/akoloˈði/
sομάδα υποστηρικτών

ακολούθοι
/akoloˈði/
s
άκρη
/ˈakri/
sΤο εξωτερικό ή το πιο απομακρυσμένο σημείο κάποιου πράγματος

άκρη
/ˈakri/
s
ακτή
/akˈti/
sη γη δίπλα σε ποτάμι ή λίμνη

ακτή
/akˈti/
s
αλεύρι
/alevri/
sΣκόνη από σιτάρι

αλεύρι
/alevri/
s
αλήθεια
/aliˈθia/
sτα πραγματικά γεγονότα για κάτι

αλήθεια
/aliˈθia/
s
αλκοόλ
/al.koˈol/
sΈνα υγρό που μπορεί να μεθύσει τους ανθρώπους

αλκοόλ
/al.koˈol/
s
αλκοολικός
/al.ko.liˈkɔs/
adjΣχετικός με το αλκοόλ

αλκοολικός
/al.ko.liˈkɔs/
adj
αλλάζω
/aˈlazo/
vΝα αλλάξω κάτι

αλλάζω
/aˈlazo/
v
άλμα
/ˈalma/
sΜια πράξη άλματος στον αέρα.

άλμα
/ˈalma/
s
άλμπουμ
/ˈal.bum/
sΣυλλογή μουσικής ή φωτογραφιών

άλμπουμ
/ˈal.bum/
s