Exam

Teste seu nível de vocabulário!

Curioso sobre suas habilidades de vocabulário em língua estrangeira? Faça nosso teste de vocabulário agora e descubra seu nível, de A1 (Iniciante) a C2 (Domínio)!

Lista de Palavras para o CEFR - Expanda Seu Vocabulário de A1 Grego

Imagem
Palavra
Transcrição
Significado
Word

email

/iˈmel/

s

Μήνυμα που αποστέλλεται ηλεκτρονικά

Word

email

/iˈmel/

s
Μήνυμα που αποστέλλεται ηλεκτρονικά
Word

T-shirt

/tiˈʃirt/

s

ένα χαλαρό μπλουζάκι με κοντά μανίκια

Word

T-shirt

/tiˈʃirt/

s
ένα χαλαρό μπλουζάκι με κοντά μανίκια
Word

αγαπημένος

/aɣa.piˈme.nos/

adj

Πιο αγαπητός

Word

αγαπημένος

/aɣa.piˈme.nos/

adj
Πιο αγαπητός
Word

αγαπώ

/aɣaˈpo/

v

Να έχω έντονο συναίσθημα αγάπης για κάποιον ή κάτι.

Word

αγαπώ

/aɣaˈpo/

v
Να έχω έντονο συναίσθημα αγάπης για κάποιον ή κάτι.
Word

αγελάδα

/aɣeˈlaða/

s

Ένα μεγάλο ζώο που δίνει γάλα

Word

αγελάδα

/aɣeˈlaða/

s
Ένα μεγάλο ζώο που δίνει γάλα
Word

αγορά

/aɣoˈɾa/

s

Ένας τόπος όπου οι άνθρωποι αγοράζουν και πωλούν πράγματα

Word

αγορά

/aɣoˈɾa/

s
Ένας τόπος όπου οι άνθρωποι αγοράζουν και πωλούν πράγματα
Word

αγοράζω

/aɣoˈrazo/

v

Να αποκτήσω κάτι πληρώνοντας χρήματα γι' αυτό

Word

αγοράζω

/aɣoˈrazo/

v
Να αποκτήσω κάτι πληρώνοντας χρήματα γι' αυτό
Word

αγόρι

/aˈɣori/

s

Νέος άντρας

Word

αγόρι

/aˈɣori/

s
Νέος άντρας
Word

αγρόκτημα

/aˈɣroktima/

s

Ένα μέρος όπου καλλιεργούνται καλλιέργειες ή εκτρέφονται ζώα

Word

αγρόκτημα

/aˈɣroktima/

s
Ένα μέρος όπου καλλιεργούνται καλλιέργειες ή εκτρέφονται ζώα
Word

αγρότης

/aˈɣrotis/

s

Άτομο που εργάζεται σε αγρόκτημα

Word

αγρότης

/aˈɣrotis/

s
Άτομο που εργάζεται σε αγρόκτημα
Word

αδελφή

/aðelˈfi/

s

Γυναίκα αδελφός

Word

αδελφή

/aðelˈfi/

s
Γυναίκα αδελφός
Word

αδελφός

/aðelˈfos/

s

Αρσενικός αδελφός

Word

αδελφός

/aðelˈfos/

s
Αρσενικός αδελφός
Word

αέρας

/ˈe.ɾas/

s

Το αόρατο αέριο που αναπνέουμε

Word

αέρας

/ˈe.ɾas/

s
Το αόρατο αέριο που αναπνέουμε
Word

αεροδρόμιο

/a.e.ɾoˈðɾomio/

s

τόπος όπου τα αεροπλάνα απογειώνονται και προσγειώνονται

Word

αεροδρόμιο

/a.e.ɾoˈðɾomio/

s
τόπος όπου τα αεροπλάνα απογειώνονται και προσγειώνονται
Word

αεροπλάνο

/a.e.roˈpla.no/

s

Ένα όχημα που πετά στον αέρα

Word

αεροπλάνο

/a.e.roˈpla.no/

s
Ένα όχημα που πετά στον αέρα
Word

αισθάνομαι

/esˈθanome/

v

να βιώνω μια αίσθηση

Word

αισθάνομαι

/esˈθanome/

v
να βιώνω μια αίσθηση
Word

αίσθημα

/ˈesθima/

s

Συναισθηματική κατάσταση

Word

αίσθημα

/ˈesθima/

s
Συναισθηματική κατάσταση
Word

ακολουθώ

/akolouthó/

v

έρχομαι πίσω

Word

ακολουθώ

/akolouthó/

v
έρχομαι πίσω
Word

ακόμα

/aˈkoma/

adv

μέχρι τώρα

Word

ακόμα

/aˈkoma/

adv
μέχρι τώρα
Word

ακόμα

/ˈakoma/

adv

χρησιμοποιείται για να δείξει κάτι εκπληκτικό

Word

ακόμα

/ˈakoma/

adv
χρησιμοποιείται για να δείξει κάτι εκπληκτικό