Exam

Test ditt ordforrådsnivå!

Nysgjerrig på dine ferdigheter i fremmedspråk? Ta vår ordforrådstest nå og oppdag ditt nivå, fra A1 (Nybegynner) til C2 (Mesterlig)!

Ordlist for CEFR - Utvid Ditt Ordforråd C2 Gresk

Bilde
Ord
Transkripsjon
Betydning
Word

διάλεκτος

/ˈðjale.ktos/

s

Μια μορφή γλώσσας που ομιλείται σε μια συγκεκριμένη περιοχή

Word

διάλεκτος

/ˈðjale.ktos/

s
Μια μορφή γλώσσας που ομιλείται σε μια συγκεκριμένη περιοχή
Word

διαλύομαι

/ðiaˈliome/

v

σπάω σε κομμάτια

Word

διαλύομαι

/ðiaˈliome/

v
σπάω σε κομμάτια
Word

διάλυση

/ðiaˈlisi/

s

Η διαδικασία του τέλους

Word

διάλυση

/ðiaˈlisi/

s
Η διαδικασία του τέλους
Word

διαμορφώνω

/ðiaˈmorfo̞no/

v

Να ρυθμίσω ή να οργανώσω κάτι

Word

διαμορφώνω

/ðiaˈmorfo̞no/

v
Να ρυθμίσω ή να οργανώσω κάτι
Word

διανέμω

/ðiaˈnɛmo/

v

Να δίνω ή να μοιράζω

Word

διανέμω

/ðiaˈnɛmo/

v
Να δίνω ή να μοιράζω
Word

διαρκής

/ðiaˈɾcis/

adj

Συνεχίζει για πολύ καιρό

Word

διαρκής

/ðiaˈɾcis/

adj
Συνεχίζει για πολύ καιρό
Word

διαρροή

/ðiarroˈi/

s

Μια τρύπα ή ρωγμή από την οποία μπορεί να διαφύγει υγρό ή αέριο

Word

διαρροή

/ðiarroˈi/

s
Μια τρύπα ή ρωγμή από την οποία μπορεί να διαφύγει υγρό ή αέριο
Word

διατριβή

/ðiatriˈvi/

s

Μακρύ δοκίμιο για πτυχίο

Word

διατριβή

/ðiatriˈvi/

s
Μακρύ δοκίμιο για πτυχίο
Word

διατύπωση

/ðiatýposi/

s

Η επιλογή και η διάταξη των λέξεων

Word

διατύπωση

/ðiatýposi/

s
Η επιλογή και η διάταξη των λέξεων
Word

διαφωνώ

/ðiafoˈno/

v

να διαφωνώ ή να διαφωνώ για κάτι

Word

διαφωνώ

/ðiafoˈno/

v
να διαφωνώ ή να διαφωνώ για κάτι
Word

διαφωνώ

/ðiafoˈno/

v

έχω διαφωνία

Word

διαφωνώ

/ðiafoˈno/

v
έχω διαφωνία
Word

διδακτικός

/ðiðaktikós/

adj

προορισμένος να διδάσκει

Word

διδακτικός

/ðiðaktikós/

adj
προορισμένος να διδάσκει
Word

διδακτορικό

/ðiðaktoɾiˈko/

s

Η υψηλότερη ακαδημαϊκή βαθμίδα

Word

διδακτορικό

/ðiðaktoɾiˈko/

s
Η υψηλότερη ακαδημαϊκή βαθμίδα
Word

διεθνής

/ðieˈθnis/

s

Άτομο που διαπράττει έγκλημα

Word

διεθνής

/ðieˈθnis/

s
Άτομο που διαπράττει έγκλημα
Word

διεθνώς

/ðjefˈno̞s/

adv

Περιλαμβάνοντας περισσότερες από μία χώρες

Word

διεθνώς

/ðjefˈno̞s/

adv
Περιλαμβάνοντας περισσότερες από μία χώρες
Word

διερμηνέας

/ðiermiˈne.as/

s

Άτομο που μεταφράζει προφορική γλώσσα

Word

διερμηνέας

/ðiermiˈne.as/

s
Άτομο που μεταφράζει προφορική γλώσσα
Word

διευκόλυνση

/ðjefˈkólnsi/

s

η πράξη του να κάνεις κάτι πιο εύκολο

Word

διευκόλυνση

/ðjefˈkólnsi/

s
η πράξη του να κάνεις κάτι πιο εύκολο
Word

διευρύνω

/ðjefriˈno/

v

να κάνω κάτι πιο ευρύ ή πιο γενικό

Word

διευρύνω

/ðjefriˈno/

v
να κάνω κάτι πιο ευρύ ή πιο γενικό
Word

διηγούμαι

/ði.iˈɣu.mi/

v

να λέω μια ιστορία

Word

διηγούμαι

/ði.iˈɣu.mi/

v
να λέω μια ιστορία
Word

δικαιολογημένος

/ðikaˈologimenos/

adj

Έχει καλή αιτία για κάτι

Word

δικαιολογημένος

/ðikaˈologimenos/

adj
Έχει καλή αιτία για κάτι