Exam

Test ditt ordforrådsnivå!

Nysgjerrig på dine ferdigheter i fremmedspråk? Ta vår ordforrådstest nå og oppdag ditt nivå, fra A1 (Nybegynner) til C2 (Mesterlig)!

Ordlist for CEFR - Utvid Ditt Ordforråd C2 Gresk

Bilde
Ord
Transkripsjon
Betydning
Word

γρήγορος

/ˈɣriɣoros/

adj

Γρήγορα

Word

γρήγορος

/ˈɣriɣoros/

adj
Γρήγορα
Word

γρίφος

/ˈɣrifos/

s

Μια ερώτηση ή γρίφος που πρέπει να λυθεί

Word

γρίφος

/ˈɣrifos/

s
Μια ερώτηση ή γρίφος που πρέπει να λυθεί
Word

γυαλιά ηλίου

/ɣʝaˈlja ˈiliu/

s

Γυαλιά που προστατεύουν τα μάτια από τον ήλιο

Word

γυαλιά ηλίου

/ɣʝaˈlja ˈiliu/

s
Γυαλιά που προστατεύουν τα μάτια από τον ήλιο
Word

γυμνάζομαι

/ʝimˈnazo̞me/

v

Να ασκώ το σώμα για υγεία

Word

γυμνάζομαι

/ʝimˈnazo̞me/

v
Να ασκώ το σώμα για υγεία
Word

γυρίζω

/ɡiˈɾi.zo/

v

να γυρίσω κάτι στην άλλη πλευρά

Word

γυρίζω

/ɡiˈɾi.zo/

v
να γυρίσω κάτι στην άλλη πλευρά
Word

δαμάσκηνο

/ðaˈmaskino/

s

Ένα γλυκό φρούτο με κουκούτσι μέσα

Word

δαμάσκηνο

/ðaˈmaskino/

s
Ένα γλυκό φρούτο με κουκούτσι μέσα
Word

δάσος

/ˈðasos/

s

Μικρή ομάδα δέντρων

Word

δάσος

/ˈðasos/

s
Μικρή ομάδα δέντρων
Word

δάσος

/ˈðasos/

s

Μια περιοχή καλυμμένη με δέντρα

Word

δάσος

/ˈðasos/

s
Μια περιοχή καλυμμένη με δέντρα
Word

δείκτης

/ˈðiktis/

s

Ένα εργαλείο που χρησιμοποιείται για να δείχνει πράγματα

Word

δείκτης

/ˈðiktis/

s
Ένα εργαλείο που χρησιμοποιείται για να δείχνει πράγματα
Word

δείχνω

/ˈðixno/

v

Να δείξω ή να αναφέρω κάτι

Word

δείχνω

/ˈðixno/

v
Να δείξω ή να αναφέρω κάτι
Word

δεσμευμένος

/ðesmeˈvmenos/

adj

Αφοσιωμένος σε κάτι

Word

δεσμευμένος

/ðesmeˈvmenos/

adj
Αφοσιωμένος σε κάτι
Word

δήμος

/ˈðimos/

s

Μια διοικητική μονάδα σε μια πόλη

Word

δήμος

/ˈðimos/

s
Μια διοικητική μονάδα σε μια πόλη
Word

δημοσιεύω

/ðimosiˈevo/

v

Να κάνω κάτι γνωστό στο κοινό

Word

δημοσιεύω

/ðimosiˈevo/

v
Να κάνω κάτι γνωστό στο κοινό
Word

δημοσιογραφικός

/ðimosi.oɾaˈfi.kos/

adj

Σχετικός με τη συγγραφή ειδήσεων

Word

δημοσιογραφικός

/ðimosi.oɾaˈfi.kos/

adj
Σχετικός με τη συγγραφή ειδήσεων
Word

διαγνωστικός

/ðiaɡnostiˈkos/

adj

Σχετικός με την ανακάλυψη του τι είναι λάθος

Word

διαγνωστικός

/ðiaɡnostiˈkos/

adj
Σχετικός με την ανακάλυψη του τι είναι λάθος
Word

διαδίδω

/ðiaˈðiðo/

v

να διαδώσω πληροφορίες

Word

διαδίδω

/ðiaˈðiðo/

v
να διαδώσω πληροφορίες
Word

διαδοχικός

/ðiaðoχiˈkɔs/

adj

τακτοποιημένος σε μια συγκεκριμένη σειρά

Word

διαδοχικός

/ðiaðoχiˈkɔs/

adj
τακτοποιημένος σε μια συγκεκριμένη σειρά
Word

διαθήκη

/ðiaˈθiki/

s

Έγγραφο που δείχνει τις επιθυμίες κάποιου.

Word

διαθήκη

/ðiaˈθiki/

s
Έγγραφο που δείχνει τις επιθυμίες κάποιου.
Word

διακόπτω

/ðiaˈkoptɔ/

v

να σταματήσω ή να διακόψω κάτι

Word

διακόπτω

/ðiaˈkoptɔ/

v
να σταματήσω ή να διακόψω κάτι
Word

διακύμανση

/ðiaˈcimansi/

s

Μια αλλαγή ή παραλλαγή

Word

διακύμανση

/ðiaˈcimansi/

s
Μια αλλαγή ή παραλλαγή