Test ditt ordforrådsnivå!
Nysgjerrig på dine ferdigheter i fremmedspråk? Ta vår ordforrådstest nå og oppdag ditt nivå, fra A1 (Nybegynner) til C2 (Mesterlig)!Ordlist for CEFR - Utvid Ditt Ordforråd B2 Gresk

αβεβαιότητα
/avɛˈvɛ.o.tita/
sΚατάσταση αβεβαιότητας ή άγνοιας

αβεβαιότητα
/avɛˈvɛ.o.tita/
s
αγαθά
/aɣaˈθa/
sΠράγματα προς πώληση

αγαθά
/aɣaˈθa/
s
αγαπητός
/aɣapitos/
adjνα αρέσει κάτι

αγαπητός
/aɣapitos/
adj
αγκαλιάζω
/aɣkaˈʎazo/
vΝα αγκαλιάσεις κάποιον

αγκαλιάζω
/aɣkaˈʎazo/
v
αγκώνας
/aɣˈkonas/
sΗ άρθρωση στο χέρι

αγκώνας
/aɣˈkonas/
s
άγνωστος
/ˈaɣ.nos.tos/
adjΔεν είναι γνωστός

άγνωστος
/ˈaɣ.nos.tos/
adj
αγορά
/aɣoˈra/
sΗ πράξη αγοράς κάτι

αγορά
/aɣoˈra/
s
άγρια ζωή
/ˈaɣria zoˈi/
sΖώα και φυτά στη φύση

άγρια ζωή
/ˈaɣria zoˈi/
s
αγροτικός
/aɣroˈtiko̞s/
adjΣχετικός με την ύπαιθρο

αγροτικός
/aɣroˈtiko̞s/
adj
άγχος
/ˈaɲxos/
sΑίσθημα ανησυχίας ή φόβου

άγχος
/ˈaɲxos/
s
αγώνας
/ˈaɣonas/
sΜια διαγωνιστική διαδικασία ταχύτητας

αγώνας
/ˈaɣonas/
s
αγώνας
/ˈaɣonas/
sΔύσκολη εργασία ή προσπάθεια

αγώνας
/ˈaɣonas/
s
άδεια
/ˈaðia/
sΧρόνος που μπορείς να είσαι μακριά από τη δουλειά

άδεια
/ˈaðia/
s
άδεια
/ˈaðia/
sεπίσημο έγγραφο που δίνει άδεια

άδεια
/ˈaðia/
s
αδελφός
/a.ðelˈfos/
sΑδελφός ή αδελφή

αδελφός
/a.ðelˈfos/
s
αδέξιος
/aˈðeɣsios/
adjάβολος ή αδέξιος

αδέξιος
/aˈðeɣsios/
adj
αδυναμία
/aðinaˈmi.a/
sέλλειψη δύναμης

αδυναμία
/aðinaˈmi.a/
s
αεροπλάνο
/aɛɾoˈplano/
sόχημα που μπορεί να πετάξει

αεροπλάνο
/aɛɾoˈplano/
s
αηδία
/aˈiðia/
sΑίσθημα που δεν αρέσει κάτι

αηδία
/aˈiðia/
s
αηδιαστικός
/a.i.ðia.siˈti.kos/
adjΠολύ κακός ή δυσάρεστος

αηδιαστικός
/a.i.ðia.siˈti.kos/
adj