Exam

Test ditt ordforrådsnivå!

Nysgjerrig på dine ferdigheter i fremmedspråk? Ta vår ordforrådstest nå og oppdag ditt nivå, fra A1 (Nybegynner) til C2 (Mesterlig)!

Ordlist for CEFR - Utvid Ditt Ordforråd A2 Gresk

Bilde
Ord
Transkripsjon
Betydning
Word

ανακάλυψη

/anaˈka.lip.si/

s

Η πράξη εύρεσης κάτι νέου

Word

ανακάλυψη

/anaˈka.lip.si/

s
Η πράξη εύρεσης κάτι νέου
Word

ανακυκλώνω

/anakyˈklono/

v

Να χρησιμοποιώ κάτι ξανά με διαφορετικό τρόπο

Word

ανακυκλώνω

/anakyˈklono/

v
Να χρησιμοποιώ κάτι ξανά με διαφορετικό τρόπο
Word

αναλύω

/anaˈli.o/

v

Να εξετάσω κάτι λεπτομερώς

Word

αναλύω

/anaˈli.o/

v
Να εξετάσω κάτι λεπτομερώς
Word

αναμένω

/anaˈme.no/

v

Να σκέφτομαι ότι κάτι θα συμβεί

Word

αναμένω

/anaˈme.no/

v
Να σκέφτομαι ότι κάτι θα συμβεί
Word

αναμονή

/anamoˈni/

s

περίοδος που μένεις σε ένα μέρος μέχρι να συμβεί κάτι

Word

αναμονή

/anamoˈni/

s
περίοδος που μένεις σε ένα μέρος μέχρι να συμβεί κάτι
Word

ανάπαυση

/aˈna.paf.si/

v

Να σταματήσεις να εργάζεσαι και να χαλαρώσεις

Word

ανάπαυση

/aˈna.paf.si/

v
Να σταματήσεις να εργάζεσαι και να χαλαρώσεις
Word

αναπτύσσω

/anapˈti̱so/

v

να μεγαλώνω και να γίνομαι καλύτερος

Word

αναπτύσσω

/anapˈti̱so/

v
να μεγαλώνω και να γίνομαι καλύτερος
Word

ανατολικός

/anatoˈlikos/

adj

Βρίσκεται προς την ανατολή

Word

ανατολικός

/anatoˈlikos/

adj
Βρίσκεται προς την ανατολή
Word

αναφέρω

/anaˈfeɾo/

v

Να πω κάτι σύντομα

Word

αναφέρω

/anaˈfeɾo/

v
Να πω κάτι σύντομα
Word

αναφέρω

/anaˈfeɾo/

v

Να πω για κάτι

Word

αναφέρω

/anaˈfeɾo/

v
Να πω για κάτι
Word

αναφέρω

/anaˈfeɾo/

v

Να αναφέρω ή να μιλήσω για κάποιον ή κάτι

Word

αναφέρω

/anaˈfeɾo/

v
Να αναφέρω ή να μιλήσω για κάποιον ή κάτι
Word

ανεβαίνω

/aneˈve.no/

v

να κινείται προς τα πάνω

Word

ανεβαίνω

/aneˈve.no/

v
να κινείται προς τα πάνω
Word

ανελκυστήρας

/an.el.kisˈti.ras/

s

Μηχάνημα για τη μετακίνηση ανθρώπων ή πραγμάτων

Word

ανελκυστήρας

/an.el.kisˈti.ras/

s
Μηχάνημα για τη μετακίνηση ανθρώπων ή πραγμάτων
Word

άνεμος

/ˈanemos/

s

Αέρας που κινείται

Word

άνεμος

/ˈanemos/

s
Αέρας που κινείται
Word

ανεξάρτητος

/anexˈartitos/

adj

Ελεύθερος από εξωτερικό έλεγχο

Word

ανεξάρτητος

/anexˈartitos/

adj
Ελεύθερος από εξωτερικό έλεγχο
Word

ανεπίσημος

/anepí.sim.os/

adj

Χαλαρός και φιλικός, όχι επίσημος

Word

ανεπίσημος

/anepí.sim.os/

adj
Χαλαρός και φιλικός, όχι επίσημος
Word

άνετος

/ˈanetos/

adj

παρέχοντας άνεση

Word

άνετος

/ˈanetos/

adj
παρέχοντας άνεση
Word

ανήκω

/aniˈko/

v

να είμαι στη σωστή θέση

Word

ανήκω

/aniˈko/

v
να είμαι στη σωστή θέση
Word

ανήσυχος

/aniˈsixos/

adj

Νιώθω άγχος ή ανησυχία

Word

ανήσυχος

/aniˈsixos/

adj
Νιώθω άγχος ή ανησυχία
Word

ανησυχώ

/anisiˈxo/

v

να νιώθω άγχος ή ανησυχία

Word

ανησυχώ

/anisiˈxo/

v
να νιώθω άγχος ή ανησυχία