Test ditt ordforrådsnivå!
Nysgjerrig på dine ferdigheter i fremmedspråk? Ta vår ordforrådstest nå og oppdag ditt nivå, fra A1 (Nybegynner) til C2 (Mesterlig)!Ordlist for CEFR - Utvid Ditt Ordforråd A2 Gresk

αιώνας
/eˈon.as/
sΠερίοδος 100 ετών

αιώνας
/eˈon.as/
s
ακόμα
Μέχρι τώρα ή ακόμα

ακόμα

ακραία
/akˈrea/
advσε πολύ μεγάλο βαθμό

ακραία
/akˈrea/
adv
ακραίος
/akˈre.os/
adjπολύ μεγάλος

ακραίος
/akˈre.os/
adj
άκρη
/ˈakri/
sτο άκρο κάποιου που είναι αιχμηρό ή στρογγυλό

άκρη
/ˈakri/
s
ακριβής
/akriˈvis/
adjΤελείως σωστός σε κάθε λεπτομέρεια

ακριβής
/akriˈvis/
adj
ακριβώς
/akriˈvos/
advΜε ακριβή τρόπο

ακριβώς
/akriˈvos/
adv
ακροατής
/akroaˈtis/
sΆτομο που ακούει

ακροατής
/akroaˈtis/
s
ακτή
/akˈti/
sη γη δίπλα στη θάλασσα

ακτή
/akˈti/
s
αλλαγή
/alaˈɣi/
sΗ πράξη του να γίνεσαι διαφορετικός

αλλαγή
/alaˈɣi/
s
άλλος
/ˈalos/
prένας ακόμα; διαφορετικός

άλλος
/ˈalos/
pr
άλλος
/ˈalos/
prΈνα διαφορετικό άτομο ή πράγμα

άλλος
/ˈalos/
pr
άμεσα
/ˈame̞sos/
advΑμέσως, χωρίς καθυστέρηση

άμεσα
/ˈame̞sos/
adv
άμεσος
/ˈame.sos/
adjΕυθύς και ειλικρινής

άμεσος
/ˈame.sos/
adj
ανά
/aˈna/
prepΓια κάθε

ανά
/aˈna/
prep
ανάγκη
/aˈnaŋɡi/
sΚάτι που απαιτείται

ανάγκη
/aˈnaŋɡi/
s
αναγνωρίζω
/anagnorízo/
vΝα ξέρω κάποιον ή κάτι που έχω δει πριν

αναγνωρίζω
/anagnorízo/
v
αναγνωρίζω
/a.na.ɣnoˈri.zo/
vΝα αναγνωρίσω ή να δείξω κάτι

αναγνωρίζω
/a.na.ɣnoˈri.zo/
v
αναθεωρώ
/anatheoˈɾo/
vνα κοιτάξω κάτι ξανά

αναθεωρώ
/anatheoˈɾo/
v
ανακαλύπτω
/anakaˈlipto/
vΝα βρω κάτι νέο

ανακαλύπτω
/anakaˈlipto/
v