Exam

Test Your Vocabulary Level!

Curious about your foreign language vocabulary skills? Take our Vocabulary Test now and discover your level, from A1 (Beginner) to C2 (Mastery)!

Wordlist for CEFR A2 - Expand Your Greek Vocabulary

Picture
Word
Transcription
Meaning
Word

χαζός

/xaˈzo̞s/

adjective

έλλειψη νοημοσύνης ή κοινής λογικής

Word

χαζός

/xaˈzo̞s/

adjective
έλλειψη νοημοσύνης ή κοινής λογικής
Word

χαιρετώ

/çɛˈɾɛto/

verb

Να λέω γειά σε κάποιον

Word

χαιρετώ

/çɛˈɾɛto/

verb
Να λέω γειά σε κάποιον
Word

χαλί

/xaˈli/

noun

Ένα παχύ, μαλακό υλικό που χρησιμοποιείται για να καλύψει τα δάπεδα

Word

χαλί

/xaˈli/

noun
Ένα παχύ, μαλακό υλικό που χρησιμοποιείται για να καλύψει τα δάπεδα
Word

χαμένος

/xaˈme.nos/

adjective

Αδύνατος να βρει το δρόμο του

Word

χαμένος

/xaˈme.nos/

adjective
Αδύνατος να βρει το δρόμο του
Word

χαμηλός

/xamiˈlos/

adjective

δεν είναι ψηλός

Word

χαμηλός

/xamiˈlos/

adjective
δεν είναι ψηλός
Word

χαμόγελο

/xaˈmo.ʝelo/

verb

να κάνεις μια χαρούμενη έκφραση

Word

χαμόγελο

/xaˈmo.ʝelo/

verb
να κάνεις μια χαρούμενη έκφραση
Word

χαρακτήρας

/xaɾakˈtiɾas/

noun

Ένα άτομο σε μια ιστορία

Word

χαρακτήρας

/xaɾakˈtiɾas/

noun
Ένα άτομο σε μια ιστορία
Word

χαρακτηριστικό

/xaraktiristiko/

noun

Σημαντικό μέρος κάποιου

Word

χαρακτηριστικό

/xaraktiristiko/

noun
Σημαντικό μέρος κάποιου
Word

χειρότερος

/çiroˈteɾos/

adjective

χειρότερος

Word

χειρότερος

/çiroˈteɾos/

adjective
χειρότερος
Word

χειρότερος

/çiroˈteɾos/

adjective

κατώτερης ποιότητας ή πιο δυσάρεστος

Word

χειρότερος

/çiroˈteɾos/

adjective
κατώτερης ποιότητας ή πιο δυσάρεστος
Word

χημεία

/ˈçimie/

noun

Η επιστήμη των ουσιών και των αλλαγών τους

Word

χημεία

/ˈçimie/

noun
Η επιστήμη των ουσιών και των αλλαγών τους
Word

χθες

/ˈçθes/

noun

Η μέρα πριν από σήμερα

Word

χθες

/ˈçθes/

noun
Η μέρα πριν από σήμερα
Word

χιλιόμετρο

/çiliˈometɾo/

noun

A unit of length equal to 1,000 meters

Word

χιλιόμετρο

/çiliˈometɾo/

noun
A unit of length equal to 1,000 meters
Word

χιόνι

/ˈçioni/

verb

πέφτει σαν χιόνι

Word

χιόνι

/ˈçioni/

verb
πέφτει σαν χιόνι
Word

χόκεϊ

/ˈxo.ki/

noun

ένα παιχνίδι που παίζεται στον πάγο ή στο γήπεδο με ρακέτα και δίσκο

Word

χόκεϊ

/ˈxo.ki/

noun
ένα παιχνίδι που παίζεται στον πάγο ή στο γήπεδο με ρακέτα και δίσκο
Word

χορός

/xoˈros/

noun

Μια σειρά κινήσεων σε μουσική

Word

χορός

/xoˈros/

noun
Μια σειρά κινήσεων σε μουσική
Word

χόρτο

/ˈxor.to/

noun

φυτά με πράσινα φύλλα που μεγαλώνουν στο έδαφος

Word

χόρτο

/ˈxor.to/

noun
φυτά με πράσινα φύλλα που μεγαλώνουν στο έδαφος
Word

χρήση

/ˈxrisɨ/

noun

η πράξη της χρήσης κάτι

Word

χρήση

/ˈxrisɨ/

noun
η πράξη της χρήσης κάτι
Word

χρήσιμος

/ˈxrisimos/

adjective

Δίνοντας ή έτοιμος να δώσει βοήθεια

Word

χρήσιμος

/ˈxrisimos/

adjective
Δίνοντας ή έτοιμος να δώσει βοήθεια
Word

χρήστης

/ˈxristis/

noun

άτομο που χρησιμοποιεί κάτι

Word

χρήστης

/ˈxristis/

noun
άτομο που χρησιμοποιεί κάτι