Exam

Test dit ordforrådsniveau!

Nysgerrig på dine fremmedsprogskundskaber? Tag vores ordforrådstest nu og opdag dit niveau, fra A1 (Begynder) til C2 (Mesterskab)!

Ordforrådsliste for CEFR - Udvid dit Ordforråd C1 Græsk

Billede
Ord
Transskription
Betydning
Word

αγωνίζομαι

/aɣoˈnizome/

verb

Προσπαθώ πολύ σκληρά να πετύχω κάτι

Word

αγωνίζομαι

/aɣoˈnizome/

verb
Προσπαθώ πολύ σκληρά να πετύχω κάτι
Word

άδεια

/ˈaðea/

subst

Επίσημο έγγραφο που επιτρέπει κάτι.

Word

άδεια

/ˈaðea/

subst
Επίσημο έγγραφο που επιτρέπει κάτι.
Word

αδειάζω

/aðˈja.zo/

verb

Αφαιρώ υγρό από κάτι

Word

αδειάζω

/aðˈja.zo/

verb
Αφαιρώ υγρό από κάτι
Word

αδικία

/aðiˈci.a/

subst

Μια κατάσταση όπου οι άνθρωποι αντιμετωπίζονται άδικα

Word

αδικία

/aðiˈci.a/

subst
Μια κατάσταση όπου οι άνθρωποι αντιμετωπίζονται άδικα
Word

αδυνατίζω

/aðinaˈtizo/

verb

να κάνω κάτι λιγότερο δυνατό

Word

αδυνατίζω

/aðinaˈtizo/

verb
να κάνω κάτι λιγότερο δυνατό
Word

αηδιαστικός

/a.i.ðja.siˈtos/

adj

Πολύ δυσάρεστος ή αποκρουστικός

Word

αηδιαστικός

/a.i.ðja.siˈtos/

adj
Πολύ δυσάρεστος ή αποκρουστικός
Word

αθέτηση

/aˈθetisi/

subst

αποτυχία να κάνεις κάτι

Word

αθέτηση

/aˈθetisi/

subst
αποτυχία να κάνεις κάτι
Word

αθλιότητα

/aθliˈotita/

subst

Μεγάλη ταλαιπωρία ή δυστυχία

Word

αθλιότητα

/aθliˈotita/

subst
Μεγάλη ταλαιπωρία ή δυστυχία
Word

αθροισμός

/aθɾoˈis mos/

subst

μια πολύ σκληρή ή τρομακτική πράξη

Word

αθροισμός

/aθɾoˈis mos/

subst
μια πολύ σκληρή ή τρομακτική πράξη
Word

αίθουσα

/ˈeθusa/

subst

Μεγάλος χώρος για εκδηλώσεις

Word

αίθουσα

/ˈeθusa/

subst
Μεγάλος χώρος για εκδηλώσεις
Word

αιμορραγώ

/emoraˈɣo/

verb

χάνω αίμα

Word

αιμορραγώ

/emoraˈɣo/

verb
χάνω αίμα
Word

αίρεση

/ˈere̞si/

adj

Σχετίζεται με μια μικρή ομάδα με ακραίες πεποιθήσεις

Word

αίρεση

/ˈere̞si/

adj
Σχετίζεται με μια μικρή ομάδα με ακραίες πεποιθήσεις
Word

αίσθηση

/ˈe̞sθisi/

subst

ένα συναίσθημα ή συνείδηση

Word

αίσθηση

/ˈe̞sθisi/

subst
ένα συναίσθημα ή συνείδηση
Word

αισθητήρας

/esθiˈtirɑs/

subst

Εργαλείο για εξερεύνηση ή εξέταση

Word

αισθητήρας

/esθiˈtirɑs/

subst
Εργαλείο για εξερεύνηση ή εξέταση
Word

αισθητικός

/eisθiˈtiko̞s/

adj

σχετικός με την ομορφιά

Word

αισθητικός

/eisθiˈtiko̞s/

adj
σχετικός με την ομορφιά
Word

αίτηση

/ˈetisi/

subst

Μια επίσημη αίτηση που υπογράφεται από πολλούς ανθρώπους

Word

αίτηση

/ˈetisi/

subst
Μια επίσημη αίτηση που υπογράφεται από πολλούς ανθρώπους
Word

αιώνιος

/eˈonios/

adj

που διαρκεί για πάντα

Word

αιώνιος

/eˈonios/

adj
που διαρκεί για πάντα
Word

ακαδημία

/akadiˈmia/

subst

τόπος μάθησης

Word

ακαδημία

/akadiˈmia/

subst
τόπος μάθησης
Word

ακατάλληλος

/akɑˈtaliɭos/

adj

δεν είναι κατάλληλος για την κατάσταση

Word

ακατάλληλος

/akɑˈtaliɭos/

adj
δεν είναι κατάλληλος για την κατάσταση
Word

ακέραιος

/aˈce.ɾe.os/

adj

όχι κατεστραμμένος ή σπασμένος

Word

ακέραιος

/aˈce.ɾe.os/

adj
όχι κατεστραμμένος ή σπασμένος