Exam

Test dit ordforrådsniveau!

Nysgerrig på dine fremmedsprogskundskaber? Tag vores ordforrådstest nu og opdag dit niveau, fra A1 (Begynder) til C2 (Mesterskab)!

Ordforrådsliste for CEFR - Udvid dit Ordforråd C1 Græsk

Billede
Ord
Transskription
Betydning
Word

χρηματοδότηση

/xri.ma.toˈðo.t͡si/

subst

Συλλογή χρημάτων για έναν σκοπό

Word

χρηματοδότηση

/xri.ma.toˈðo.t͡si/

subst
Συλλογή χρημάτων για έναν σκοπό
Word

χρηματοδοτώ

/xriˈmatoðoˌto/

verb

παρέχω χρήματα για κάτι

Word

χρηματοδοτώ

/xriˈmatoðoˌto/

verb
παρέχω χρήματα για κάτι
Word

χρηματοδοτώ

/xrimatoðoˈto/

verb

Παρέχω χρήματα για κάτι

Word

χρηματοδοτώ

/xrimatoðoˈto/

verb
Παρέχω χρήματα για κάτι
Word

χρησιμοποιώ

/xri.sim.iˈo/

verb

να χρησιμοποιώ κάτι για συγκεκριμένο σκοπό

Word

χρησιμοποιώ

/xri.sim.iˈo/

verb
να χρησιμοποιώ κάτι για συγκεκριμένο σκοπό
Word

χρήσιμος

/ˈxrisimos/

adj

Χρήσιμος ή βολικός

Word

χρήσιμος

/ˈxrisimos/

adj
Χρήσιμος ή βολικός
Word

χρόνιος

/ˈxronios/

adj

μακροχρόνιος

Word

χρόνιος

/ˈxronios/

adj
μακροχρόνιος
Word

χτυπάω

/xtiˈpa.o/

verb

Κλείνω κάτι με δύναμη

Word

χτυπάω

/xtiˈpa.o/

verb
Κλείνω κάτι με δύναμη
Word

χτύπημα

/ˈxtipima/

verb

Ένα μακρύ, λεπτό αντικείμενο που χτυπά.

Word

χτύπημα

/ˈxtipima/

verb
Ένα μακρύ, λεπτό αντικείμενο που χτυπά.
Word

χτυπώ

/xtiˈpo/

verb

Να χτυπήσεις κάποιον ή κάτι με τη γροθιά.

Word

χτυπώ

/xtiˈpo/

verb
Να χτυπήσεις κάποιον ή κάτι με τη γροθιά.
Word

χτυπώ

/xtiˈpo/

verb

Να χτυπάς κάτι με ρόπαλο

Word

χτυπώ

/xtiˈpo/

verb
Να χτυπάς κάτι με ρόπαλο
Word

χωρίς αμφιβολία

/xoˈris amfiˈvolia/

adv

Χωρίς αμφιβολία

Word

χωρίς αμφιβολία

/xoˈris amfiˈvolia/

adv
Χωρίς αμφιβολία
Word

ψηφίζω

/psiˈfi.zo/

verb

να κάνω νόμο

Word

ψηφίζω

/psiˈfi.zo/

verb
να κάνω νόμο
Word

ψηφοδέλτιο

/psifɔˈðeltio/

subst

Χαρτί για ψήφο

Word

ψηφοδέλτιο

/psifɔˈðeltio/

subst
Χαρτί για ψήφο
Word

ψίθυρος

/ˈpsi.θi.ros/

subst

Μια ήσυχη, απαλή φωνή

Word

ψίθυρος

/ˈpsi.θi.ros/

subst
Μια ήσυχη, απαλή φωνή
Word

ψυχιατρικός

/psiˈxiatrikos/

adj

σχετικός με τη θεραπεία ψυχικών ασθενειών

Word

ψυχιατρικός

/psiˈxiatrikos/

adj
σχετικός με τη θεραπεία ψυχικών ασθενειών
Word

ώριμος

/ˈori.mos/

adj

πλήρως ανεπτυγμένος

Word

ώριμος

/ˈori.mos/

adj
πλήρως ανεπτυγμένος