Exam

Перевірте свій рівень словникового запасу!

Цікаво дізнатися про свої навички словникового запасу іноземної мови? Пройдіть наш тест зараз і дізнайтеся свій рівень, від A1 (Початківець) до C2 (Майстерність)!

Список слів для CEFR - Розширюйте Cвій Cловниковий Запас B2 Грецький

Зображення
Слово
Транскрипція
Значення
Word

αντίχειρας

/anˈðixiras/

ім

Ο κοντός, παχύς πρώτος δάκτυλος του χεριού

Word

αντίχειρας

/anˈðixiras/

ім
Ο κοντός, παχύς πρώτος δάκτυλος του χεριού
Word

ανυπόμονος

/anipómonos/

прикм

πολύ ενθουσιασμένος και ενδιαφερόμενος

Word

ανυπόμονος

/anipómonos/

прикм
πολύ ενθουσιασμένος και ενδιαφερόμενος
Word

ανυπόμονος

/aniˈpomonas/

прикм

Δεν θέλει να περιμένει

Word

ανυπόμονος

/aniˈpomonas/

прикм
Δεν θέλει να περιμένει
Word

άνω

/ˈano/

прикм

Πιο ψηλά σε θέση

Word

άνω

/ˈano/

прикм
Πιο ψηλά σε θέση
Word

ανώτερος

/aˈnɔ.te.ros/

прикм

παλαιότερος ή υψηλότερος σε βαθμό

Word

ανώτερος

/aˈnɔ.te.ros/

прикм
παλαιότερος ή υψηλότερος σε βαθμό
Word

αξέχαστος

/aˈksɛxastos/

прикм

Κάτι που είναι ιδιαίτερο ή ασυνήθιστο και αξίζει να το θυμόμαστε.

Word

αξέχαστος

/aˈksɛxastos/

прикм
Κάτι που είναι ιδιαίτερο ή ασυνήθιστο και αξίζει να το θυμόμαστε.
Word

αξία

/ˈaksi.a/

ім

Αξία ή σημασία

Word

αξία

/ˈaksi.a/

ім
Αξία ή σημασία
Word

αξίζω

/aˈksizo/

д

να είμαι άξιος για κάτι

Word

αξίζω

/aˈksizo/

д
να είμαι άξιος για κάτι
Word

αξιολόγηση

/aksi.oˈloɣisi/

ім

μέτρηση ποιότητας ή δημοτικότητας

Word

αξιολόγηση

/aksi.oˈloɣisi/

ім
μέτρηση ποιότητας ή δημοτικότητας
Word

αξιολόγηση

/aksi.oˈloɣisi/

ім

Η πράξη της αξιολόγησης ή της απόφασης για την αξία κάποιου

Word

αξιολόγηση

/aksi.oˈloɣisi/

ім
Η πράξη της αξιολόγησης ή της απόφασης για την αξία κάποιου
Word

αξιολόγηση

/axiˈloɣisi/

ім

η διαδικασία αξιολόγησης κάτι

Word

αξιολόγηση

/axiˈloɣisi/

ім
η διαδικασία αξιολόγησης κάτι
Word

αξιολογώ

/aksioloˈɣo/

д

Να κρίνω ή να αξιολογήσω

Word

αξιολογώ

/aksioloˈɣo/

д
Να κρίνω ή να αξιολογήσω
Word

αξιολογώ

/aksioloˈɣo/

д

να κρίνω την ποιότητα ή τη σημασία κάποιου

Word

αξιολογώ

/aksioloˈɣo/

д
να κρίνω την ποιότητα ή τη σημασία κάποιου
Word

αξιωματούχος

/aksiomaˈtuxos/

ім

άτομο με εξουσία

Word

αξιωματούχος

/aksiomaˈtuxos/

ім
άτομο με εξουσία
Word

αξίωση

/aksiˈosi/

ім

Μια δήλωση ότι κάτι είναι αληθινό

Word

αξίωση

/aksiˈosi/

ім
Μια δήλωση ότι κάτι είναι αληθινό
Word

απαγόρευση

/apaxoˈrefsi/

ім

Επίσημος κανόνας που σταματά κάτι

Word

απαγόρευση

/apaxoˈrefsi/

ім
Επίσημος κανόνας που σταματά κάτι
Word

απαγορεύω

/aparoˈɾevo/

д

να πω σε κάποιον ότι δεν μπορεί να κάνει κάτι

Word

απαγορεύω

/aparoˈɾevo/

д
να πω σε κάποιον ότι δεν μπορεί να κάνει κάτι
Word

απαγορεύω

/aparoˈɾevo/

д

Επίσημα να σταματήσω κάτι από το να γίνει

Word

απαγορεύω

/aparoˈɾevo/

д
Επίσημα να σταματήσω κάτι από το να γίνει
Word

απαίτηση

/apɛˈtisi/

ім

Κάτι που είναι απαραίτητο ή ζητείται

Word

απαίτηση

/apɛˈtisi/

ім
Κάτι που είναι απαραίτητο ή ζητείται
Word

απαλλάσσω

/apaˈlaso/

д

Να κάνω κάποιον ή κάτι ελεύθερο από κάτι ανεπιθύμητο

Word

απαλλάσσω

/apaˈlaso/

д
Να κάνω κάποιον ή κάτι ελεύθερο από κάτι ανεπιθύμητο