Exam

Testa din ordförrådsnivå!

Nyfiken på dina ordförrådskunskaper i ett främmande språk? Gör vårt ordförrådstest nu och upptäck din nivå, från A1 (Nybörjare) till C2 (Mästerskap)!

Ordlista för CEFR - Utöka Ditt Ordförråd C2 Grekiska

Bild
Ord
Transkription
Betydelse
Word

ακατάλληλος

/akatarˈlilos/

adj

όχι κατάλληλος ή κατάλληλος

Word

ακατάλληλος

/akatarˈlilos/

adj
όχι κατάλληλος ή κατάλληλος
Word

ακίνητη περιουσία

/akí̱niti periusía/

s

Ιδιοκτησία που περιλαμβάνει γη ή κτίρια

Word

ακίνητη περιουσία

/akí̱niti periusía/

s
Ιδιοκτησία που περιλαμβάνει γη ή κτίρια
Word

ακολουθώ

/akoluˈθo/

v

Να ακολουθώ κάποιον ή κάτι

Word

ακολουθώ

/akoluˈθo/

v
Να ακολουθώ κάποιον ή κάτι
Word

ακουστικός

/akustikós/

adj

Σχετικός με τον ήχο

Word

ακουστικός

/akustikós/

adj
Σχετικός με τον ήχο
Word

ακούω από

/aˈku.o aˈpo/

v

λαμβάνω νέα από κάποιον

Word

ακούω από

/aˈku.o aˈpo/

v
λαμβάνω νέα από κάποιον
Word

ακούω για

/aˈku.o ˈʝa/

v

να ενημερωθώ για κάτι ή κάποιον

Word

ακούω για

/aˈku.o ˈʝa/

v
να ενημερωθώ για κάτι ή κάποιον
Word

ακρεβίωση

/akreˈviosi/

s

Η πράξη της επίσημης έγκρισης

Word

ακρεβίωση

/akreˈviosi/

s
Η πράξη της επίσημης έγκρισης
Word

ακτίνα

/ˈaktina/

s

Μια γραμμή από το κέντρο στην άκρη ενός κύκλου

Word

ακτίνα

/ˈaktina/

s
Μια γραμμή από το κέντρο στην άκρη ενός κύκλου
Word

ακύρωση

/aˈki.ro.si/

s

η πράξη να αποφασιστεί ότι μια οργανωμένη εκδήλωση δεν θα γίνει

Word

ακύρωση

/aˈki.ro.si/

s
η πράξη να αποφασιστεί ότι μια οργανωμένη εκδήλωση δεν θα γίνει
Word

αλγόριθμος

/alˈɣor.ið.mos/

s

Ένα σύνολο κανόνων για την επίλυση ενός προβλήματος

Word

αλγόριθμος

/alˈɣor.ið.mos/

s
Ένα σύνολο κανόνων για την επίλυση ενός προβλήματος
Word

αλλεργία

/aleˈɾʝia/

s

Κακή αντίδραση σε κάτι

Word

αλλεργία

/aleˈɾʝia/

s
Κακή αντίδραση σε κάτι
Word

άμεσα

/ˈame̞sa/

adv

Χωρίς καθυστέρηση; γρήγορα

Word

άμεσα

/ˈame̞sa/

adv
Χωρίς καθυστέρηση; γρήγορα
Word

αμετάβλητος

/ameˈta.vli.tos/

adj

Όχι μεταβλητός

Word

αμετάβλητος

/ameˈta.vli.tos/

adj
Όχι μεταβλητός
Word

αναβάθμιση

/anaváθmisi/

s

Βελτίωση

Word

αναβάθμιση

/anaváθmisi/

s
Βελτίωση
Word

αναβάλλω

/anavaˈlo/

v

Να καθυστερήσω ή να αναβάλω κάτι

Word

αναβάλλω

/anavaˈlo/

v
Να καθυστερήσω ή να αναβάλω κάτι
Word

αναβολή

/anavoli/

s

Ένα πρόβλημα που καθυστερεί την πρόοδο

Word

αναβολή

/anavoli/

s
Ένα πρόβλημα που καθυστερεί την πρόοδο
Word

αναγνώριση

/anaˈɣnoɾisi/

s

Αναγνώριση κάποιου

Word

αναγνώριση

/anaˈɣnoɾisi/

s
Αναγνώριση κάποιου
Word

αναγνωρισμένος

/anagnorisménos/

adj

δημόσια επαινεμένος

Word

αναγνωρισμένος

/anagnorisménos/

adj
δημόσια επαινεμένος
Word

αναδημιουργώ

/anadiˈmiʊrɣo/

v

Να φτιάξω κάτι ξανά

Word

αναδημιουργώ

/anadiˈmiʊrɣo/

v
Να φτιάξω κάτι ξανά
Word

αναδιάρθρωση

/anaðˈjaɾθɾosi/

s

Η πράξη οργάνωσης κάτι με νέο τρόπο

Word

αναδιάρθρωση

/anaðˈjaɾθɾosi/

s
Η πράξη οργάνωσης κάτι με νέο τρόπο