Exam

Testa din ordförrådsnivå!

Nyfiken på dina ordförrådskunskaper i ett främmande språk? Gör vårt ordförrådstest nu och upptäck din nivå, från A1 (Nybörjare) till C2 (Mästerskap)!

Ordlista för CEFR - Utöka Ditt Ordförråd C2 Grekiska

Bild
Ord
Transkription
Betydelse
Word

ενημέρωση

/eniˈmeɾosi/

s

Συνάντηση για παροχή πληροφοριών

Word

ενημέρωση

/eniˈmeɾosi/

s
Συνάντηση για παροχή πληροφοριών
Word

ενημερωτικός

/e.ni.me.ɾo.tiˈkos/

adj

Παρέχει χρήσιμες πληροφορίες

Word

ενημερωτικός

/e.ni.me.ɾo.tiˈkos/

adj
Παρέχει χρήσιμες πληροφορίες
Word

ενθαρρυντικός

/enθaˈryn̥tiˌkos/

adj

Κάνει κάποιον να νιώθει ενθουσιασμένος ή ενδιαφερόμενος

Word

ενθαρρυντικός

/enθaˈryn̥tiˌkos/

adj
Κάνει κάποιον να νιώθει ενθουσιασμένος ή ενδιαφερόμενος
Word

ενιαία

/eˈni.a/

adj

Σχηματισμός ενιαίας ή ενιαίας οντότητας

Word

ενιαία

/eˈni.a/

adj
Σχηματισμός ενιαίας ή ενιαίας οντότητας
Word

ενικός

/eniˈkos/

adj

Αναφέρεται σε ένα άτομο ή πράγμα

Word

ενικός

/eniˈkos/

adj
Αναφέρεται σε ένα άτομο ή πράγμα
Word

ενισχύσεις

/eniˈʃicis/

s

Επιπλέον βοήθεια

Word

ενισχύσεις

/eniˈʃicis/

s
Επιπλέον βοήθεια
Word

ενόπλες δυνάμεις

/enˈoples ðiˈnameis/

s

Οι στρατιωτικές δυνάμεις μιας χώρας

Word

ενόπλες δυνάμεις

/enˈoples ðiˈnameis/

s
Οι στρατιωτικές δυνάμεις μιας χώρας
Word

ενοποίηση

/enopiˈsi/

s

Η διαδικασία της ένωσης

Word

ενοποίηση

/enopiˈsi/

s
Η διαδικασία της ένωσης
Word

ενοχλώ

/e.noˈxlo/

v

Να ενοχλώ κάποιον με επαναλαμβανόμενες ερωτήσεις

Word

ενοχλώ

/e.noˈxlo/

v
Να ενοχλώ κάποιον με επαναλαμβανόμενες ερωτήσεις
Word

ένοχος

/ˈenoxos/

s

άτομο που είναι υπεύθυνο για ένα έγκλημα

Word

ένοχος

/ˈenoxos/

s
άτομο που είναι υπεύθυνο για ένα έγκλημα
Word

ενσυναίσθηση

/ensinaˈsθisi/

s

Η ικανότητα να κατανοείς κάτι αμέσως

Word

ενσυναίσθηση

/ensinaˈsθisi/

s
Η ικανότητα να κατανοείς κάτι αμέσως
Word

εντάσσομαι

/enˈdasome/

v

να γίνω αποδεκτός από μια ομάδα

Word

εντάσσομαι

/enˈdasome/

v
να γίνω αποδεκτός από μια ομάδα
Word

ενυδρείο

/enidˈɾio/

s

Δοχείο για ζωντανά ψάρια

Word

ενυδρείο

/enidˈɾio/

s
Δοχείο για ζωντανά ψάρια
Word

ενωμένος

/enomeˈnos/

adj

Κάτι που έχει γίνει ένα

Word

ενωμένος

/enomeˈnos/

adj
Κάτι που έχει γίνει ένα
Word

εξαγωγή

/eɣzaɣoˈʝi/

s

η διαδικασία αφαίρεσης κάτι

Word

εξαγωγή

/eɣzaɣoˈʝi/

s
η διαδικασία αφαίρεσης κάτι
Word

εξαιρετικά

/ekseɾeˈtika/

adv

με έναν τρόπο που είναι πολύ μεγαλύτερος από το συνηθισμένο

Word

εξαιρετικά

/ekseɾeˈtika/

adv
με έναν τρόπο που είναι πολύ μεγαλύτερος από το συνηθισμένο
Word

εξαντλημένος

/eksandliménos/

adj

πολύ κουρασμένος

Word

εξαντλημένος

/eksandliménos/

adj
πολύ κουρασμένος
Word

εξαντλώ

/eksanˈtlo/

v

να πουλήσεις τα πάντα

Word

εξαντλώ

/eksanˈtlo/

v
να πουλήσεις τα πάντα
Word

εξαφάνιση

/eksafáni̱si/

s

η πράξη κάποιου να εξαφανιστεί

Word

εξαφάνιση

/eksafáni̱si/

s
η πράξη κάποιου να εξαφανιστεί
Word

εξέγερση

/ekˈseɣersi/

s

Επανάσταση ή επανάσταση

Word

εξέγερση

/ekˈseɣersi/

s
Επανάσταση ή επανάσταση