Testa din ordförrådsnivå!
Nyfiken på dina ordförrådskunskaper i ett främmande språk? Gör vårt ordförrådstest nu och upptäck din nivå, från A1 (Nybörjare) till C2 (Mästerskap)!Ordlista för CEFR - Utöka Ditt Ordförråd B2 Grekiska

χειρονομία
/çironomiˈa/
sΚίνηση για να εκφράσεις κάτι

χειρονομία
/çironomiˈa/
s
χειρότερο
/çirˈoteɾo/
sτο πιο δυσάρεστο ή κακό πράγμα

χειρότερο
/çirˈoteɾo/
s
χειρότερο
/çirótero/
sκάτι χαμηλότερης ποιότητας

χειρότερο
/çirótero/
s
χειρουργική
/çiruɾɡiˈki/
sιατρική θεραπεία όπου ο γιατρός κόβει στο σώμα

χειρουργική
/çiruɾɡiˈki/
s
χειρουργός
/çiruˈɾɡos/
sγιατρός που κάνει χειρουργεία

χειρουργός
/çiruˈɾɡos/
s
χημικός
/çimɪˈkos/
adjΣχετικός με χημικά

χημικός
/çimɪˈkos/
adj
χιούμορ
/ˈçimor/
sΠοιότητα που είναι αστεία

χιούμορ
/ˈçimor/
s
χιουμοριστικός
/çiu.mo.riˈstikos/
adjΑστείος ή που σε κάνει να γελάς

χιουμοριστικός
/çiu.mo.riˈstikos/
adj
χορηγία
/xorigiˈia/
sΗ πράξη υποστήριξης κάποιου ή κάτι οικονομικά

χορηγία
/xorigiˈia/
s
χορηγός
/xorɨˈɣos/
vΝα υποστηρίζει κάποιον ή κάτι οικονομικά

χορηγός
/xorɨˈɣos/
v
χορηγώ
/xorɪˈɣo/
vδίνω ή επιτρέπω

χορηγώ
/xorɪˈɣo/
v
χρέος
/ˈxre.os/
sχρήματα που οφείλεις σε κάποιον

χρέος
/ˈxre.os/
s
χρεώνω
/xreˈono/
vΖητώ χρήματα για κάτι

χρεώνω
/xreˈono/
v
χρηματοδότηση
/xrimatoˈðotisi/
sΧρήματα που παρέχονται για συγκεκριμένο σκοπό

χρηματοδότηση
/xrimatoˈðotisi/
s
χρηματοδότηση
/xri.ma.toˈðo.t͡si/
sΔιαχείριση χρημάτων

χρηματοδότηση
/xri.ma.toˈðo.t͡si/
s
χρήση
/ˈxrisɨ/
sο τρόπος που χρησιμοποιείται κάτι

χρήση
/ˈxrisɨ/
s
χρονίζω
/xronˈizo/
vΝα μετρήσω πόσο διαρκεί κάτι

χρονίζω
/xronˈizo/
v
χρονισμός
/ˈxronizmos/
sΗ επιλογή του πότε να γίνει κάτι

χρονισμός
/ˈxronizmos/
s
χρυσός
/xriˈsos/
adjΈχοντας το χρώμα ή τη λάμψη του χρυσού

χρυσός
/xriˈsos/
adj
χρωστάω
/xroˈsta.o/
vΠρέπει να πληρώσω ή να δώσω κάτι σε κάποιον

χρωστάω
/xroˈsta.o/
v