Exam

Testa din ordförrådsnivå!

Nyfiken på dina ordförrådskunskaper i ett främmande språk? Gör vårt ordförrådstest nu och upptäck din nivå, från A1 (Nybörjare) till C2 (Mästerskap)!

Ordlista för CEFR - Utöka Ditt Ordförråd B2 Grekiska

Bild
Ord
Transkription
Betydelse
Word

αλίευμα

/aliˈefma/

s

κάτι που έχει πιαστεί

Word

αλίευμα

/aliˈefma/

s
κάτι που έχει πιαστεί
Word

αλλά

/aˈla/

prep

χρησιμοποιείται για να εισάγει μια αντίθεση

Word

αλλά

/aˈla/

prep
χρησιμοποιείται για να εισάγει μια αντίθεση
Word

αλλάζω

/aˈla.zo/

v

να αλλάξω κάτι

Word

αλλάζω

/aˈla.zo/

v
να αλλάξω κάτι
Word

αλληλεπίδραση

/ali.leˈpi.ðrasi/

s

επικοινωνία ή άμεση εμπλοκή με κάποιον ή κάτι

Word

αλληλεπίδραση

/ali.leˈpi.ðrasi/

s
επικοινωνία ή άμεση εμπλοκή με κάποιον ή κάτι
Word

αλληλεπιδρώ

/ali.le.piˈðɾo/

v

να επικοινωνώ ή να συνεργάζομαι

Word

αλληλεπιδρώ

/ali.le.piˈðɾo/

v
να επικοινωνώ ή να συνεργάζομαι
Word

αλλιώς

/aˈli.os/

adv

με διαφορετικό τρόπο

Word

αλλιώς

/aˈli.os/

adv
με διαφορετικό τρόπο
Word

αλλού

/aˈlu/

adv

Σε άλλο μέρος

Word

αλλού

/aˈlu/

adv
Σε άλλο μέρος
Word

αλυσίδα

/aliˈsiða/

v

Να συνδέσεις πράγματα με αλυσίδα

Word

αλυσίδα

/aliˈsiða/

v
Να συνδέσεις πράγματα με αλυσίδα
Word

άμεσα

/ˈamesa/

adv

Σε ευθεία γραμμή ή με την πιο σύντομη διαδρομή

Word

άμεσα

/ˈamesa/

adv
Σε ευθεία γραμμή ή με την πιο σύντομη διαδρομή
Word

άμεσα

/ˈame̞sa/

adv

Συμβαίνει αμέσως

Word

άμεσα

/ˈame̞sa/

adv
Συμβαίνει αμέσως
Word

άμεσος

/ˈame.sos/

adj

Συμβαίνει αμέσως

Word

άμεσος

/ˈame.sos/

adj
Συμβαίνει αμέσως
Word

άμυνα

/ˈamina/

s

Προστασία από βλάβη

Word

άμυνα

/ˈamina/

s
Προστασία από βλάβη
Word

αμφιβολία

/amfiˈvolia/

v

Να νιώθεις αβεβαιότητα για κάτι

Word

αμφιβολία

/amfiˈvolia/

v
Να νιώθεις αβεβαιότητα για κάτι
Word

αμφιλεγόμενος

/am.fi.leˈɣo.me.nos/

adj

προκαλεί διαφωνίες

Word

αμφιλεγόμενος

/am.fi.leˈɣo.me.nos/

adj
προκαλεί διαφωνίες
Word

ανάβω

/aˈna.vo/

v

να κάνω κάτι να καίει

Word

ανάβω

/aˈna.vo/

v
να κάνω κάτι να καίει
Word

αναγκάζω

/anagˈɡazo/

v

Να κάνω κάποιον να κάνει κάτι

Word

αναγκάζω

/anagˈɡazo/

v
Να κάνω κάποιον να κάνει κάτι
Word

ανάγκη

/aˈnaɲci/

s

Κάτι που είναι απαραίτητο

Word

ανάγκη

/aˈnaɲci/

s
Κάτι που είναι απαραίτητο
Word

αναγνωρίζω

/anagnorízo/

v

να αποδεχτώ ότι κάτι είναι αληθινό

Word

αναγνωρίζω

/anagnorízo/

v
να αποδεχτώ ότι κάτι είναι αληθινό
Word

αναγνώριση

/anagnó̱risi/

s

Να αναγνωρίζεσαι ή να παρατηρείσαι

Word

αναγνώριση

/anagnó̱risi/

s
Να αναγνωρίζεσαι ή να παρατηρείσαι
Word

αναδιπλούμενος

/anadiˈplumenos/

adj

Μπορεί να διπλωθεί

Word

αναδιπλούμενος

/anadiˈplumenos/

adj
Μπορεί να διπλωθεί