Exam

Testa din ordförrådsnivå!

Nyfiken på dina ordförrådskunskaper i ett främmande språk? Gör vårt ordförrådstest nu och upptäck din nivå, från A1 (Nybörjare) till C2 (Mästerskap)!

Ordlista för CEFR - Utöka Ditt Ordförråd B1 Grekiska

Bild
Ord
Transkription
Betydelse
Word

υπόσχεση

/ipˈosxe̞si/

s

Δήλωση ότι θα κάνετε κάτι σίγουρα.

Word

υπόσχεση

/ipˈosxe̞si/

s
Δήλωση ότι θα κάνετε κάτι σίγουρα.
Word

υποφέρω

/ipoˈfeɾo/

v

να νιώθω πόνο ή δυστυχία

Word

υποφέρω

/ipoˈfeɾo/

v
να νιώθω πόνο ή δυστυχία
Word

υποψήφιος

/ipopsífios/

s

άτομο που ζητά δουλειά

Word

υποψήφιος

/ipopsífios/

s
άτομο που ζητά δουλειά
Word

ύφασμα

/ˈifazma/

s

Ένα κομμάτι υφάσματος που χρησιμοποιείται για την κατασκευή ρούχων ή την κάλυψη πραγμάτων

Word

ύφασμα

/ˈifazma/

s
Ένα κομμάτι υφάσματος που χρησιμοποιείται για την κατασκευή ρούχων ή την κάλυψη πραγμάτων
Word

φάκελος

/ˈfakelos/

s

Ένας φάκελος ή κουτί για την αποθήκευση εγγράφων

Word

φάκελος

/ˈfakelos/

s
Ένας φάκελος ή κουτί για την αποθήκευση εγγράφων
Word

φάντασμα

/ˈfandazma/

s

Πνεύμα ενός νεκρού

Word

φάντασμα

/ˈfandazma/

s
Πνεύμα ενός νεκρού
Word

φανταστικός

/fantaˈstikos/

adj

όχι πραγματικός, μόνο στο μυαλό

Word

φανταστικός

/fantaˈstikos/

adj
όχι πραγματικός, μόνο στο μυαλό
Word

φέτα

/ˈfe.ta/

s

Ένα λεπτό, επίπεδο κομμάτι κομμένο από κάτι

Word

φέτα

/ˈfe.ta/

s
Ένα λεπτό, επίπεδο κομμάτι κομμένο από κάτι
Word

φθηνός

/fθiˈnos/

adv

Σε χαμηλή τιμή

Word

φθηνός

/fθiˈnos/

adv
Σε χαμηλή τιμή
Word

φιλί

/fiˈli/

v

Να αγγίξεις με τα χείλη για να δείξεις αγάπη

Word

φιλί

/fiˈli/

v
Να αγγίξεις με τα χείλη για να δείξεις αγάπη
Word

φιλία

/fiˈli.a/

s

μια στενή και εμπιστευτική σχέση μεταξύ ανθρώπων

Word

φιλία

/fiˈli.a/

s
μια στενή και εμπιστευτική σχέση μεταξύ ανθρώπων
Word

φιλοδοξία

/filoðokˈsi.a/

s

ισχυρή επιθυμία να πετύχεις κάτι

Word

φιλοδοξία

/filoðokˈsi.a/

s
ισχυρή επιθυμία να πετύχεις κάτι
Word

φιλοδώρημα

/filoˈðorima/

v

Να δώσεις ένα μικρό ποσό χρημάτων για μια υπηρεσία

Word

φιλοδώρημα

/filoˈðorima/

v
Να δώσεις ένα μικρό ποσό χρημάτων για μια υπηρεσία
Word

φοβάμαι

/foˈvame/

v

να φοβάμαι κάτι

Word

φοβάμαι

/foˈvame/

v
να φοβάμαι κάτι
Word

φοβισμένος

/foˈvismenos/

adj

νιώθοντας φόβο

Word

φοβισμένος

/foˈvismenos/

adj
νιώθοντας φόβο
Word

φόνος

/ˈfonos/

v

Να σκοτώσεις κάποιον σκόπιμα

Word

φόνος

/ˈfonos/

v
Να σκοτώσεις κάποιον σκόπιμα
Word

φόρος

/ˈfoɾos/

s

Χρήματα που πληρώνονται στην κυβέρνηση

Word

φόρος

/ˈfoɾos/

s
Χρήματα που πληρώνονται στην κυβέρνηση
Word

φούσκα

/ˈfuskɐ/

s

Μια μικρή σφαίρα αέρα ή αερίου σε υγρό

Word

φούσκα

/ˈfuskɐ/

s
Μια μικρή σφαίρα αέρα ή αερίου σε υγρό
Word

φράχτης

/ˈfraxtis/

s

Φράγμα που χωρίζει περιοχές

Word

φράχτης

/ˈfraxtis/

s
Φράγμα που χωρίζει περιοχές
Word

φρικτός

/friˈktos/

adj

Πολύ κακός ή δυσάρεστος

Word

φρικτός

/friˈktos/

adj
Πολύ κακός ή δυσάρεστος