Exam

Preizkusite svojo raven besedišča!

Vas zanima vaše znanje besedišča v tujem jeziku? Opravite naš test besedišča in odkrijte svojo raven, od A1 (začetnik) do C2 (mojster)!

Seznam besed za CEFR - Razširite Svoj Besedni Zaklad C1 Grščina

Slika
Beseda
Transkripcija
Pomen
Word

ακεραιότητα

/akerɛˈɾiːotita/

s

Ποιότητα να είσαι ειλικρινής

Word

ακεραιότητα

/akerɛˈɾiːotita/

s
Ποιότητα να είσαι ειλικρινής
Word

ακολουθώ

/akoloˈθo/

g

να συμβαίνει μετά από κάτι

Word

ακολουθώ

/akoloˈθo/

g
να συμβαίνει μετά από κάτι
Word

ακραίος

/akˈre.os/

pridev

πολύ καθαρός ή απλός

Word

ακραίος

/akˈre.os/

pridev
πολύ καθαρός ή απλός
Word

ακρίβεια

/aˈkɾi.βia/

s

η ποιότητα του να είσαι ακριβής

Word

ακρίβεια

/aˈkɾi.βia/

s
η ποιότητα του να είσαι ακριβής
Word

ακριβός

/akriˈvos/

pridev

ακριβός ή προκαλεί μεγάλες απώλειες

Word

ακριβός

/akriˈvos/

pridev
ακριβός ή προκαλεί μεγάλες απώλειες
Word

ακτιβιστής

/aktivistís/

s

Άτομο που εργάζεται για αλλαγές

Word

ακτιβιστής

/aktivistís/

s
Άτομο που εργάζεται για αλλαγές
Word

ακτίνα

/akˈtina/

s

μια στενή δέσμη φωτός

Word

ακτίνα

/akˈtina/

s
μια στενή δέσμη φωτός
Word

αλέθω

/aˈleθo/

g

συνθλίβω σε μικρά κομμάτια

Word

αλέθω

/aˈleθo/

g
συνθλίβω σε μικρά κομμάτια
Word

αλληλεγγύη

/alileˈɲɣi/

s

Ενότητα ή συμφωνία σε συναίσθημα ή δράση

Word

αλληλεγγύη

/alileˈɲɣi/

s
Ενότητα ή συμφωνία σε συναίσθημα ή δράση
Word

αλληλογραφία

/alilɔɣrafˈia/

s

γραπτή επικοινωνία

Word

αλληλογραφία

/alilɔɣrafˈia/

s
γραπτή επικοινωνία
Word

άλμα

/ˈalma/

s

Μακρύ ή ψηλό άλμα

Word

άλμα

/ˈalma/

s
Μακρύ ή ψηλό άλμα
Word

αλουμίνιο

/aluˈminio/

s

ελαφρύ, ασημένιο μέταλλο

Word

αλουμίνιο

/aluˈminio/

s
ελαφρύ, ασημένιο μέταλλο
Word

άμαξα

/ˈamaxa/

s

Ένα όχημα με τροχούς που σέρνουν άλογα

Word

άμαξα

/ˈamaxa/

s
Ένα όχημα με τροχούς που σέρνουν άλογα
Word

αμαρτία

/amarˈti.a/

s

Μια πράξη που θεωρείται λάθος σύμφωνα με θρησκευτικό ή ηθικό νόμο.

Word

αμαρτία

/amarˈti.a/

s
Μια πράξη που θεωρείται λάθος σύμφωνα με θρησκευτικό ή ηθικό νόμο.
Word

άμβλωση

/ˈamblo̞si/

s

τερματισμός της εγκυμοσύνης

Word

άμβλωση

/ˈamblo̞si/

s
τερματισμός της εγκυμοσύνης
Word

αμέτρητος

/aˈmetɾitos/

pridev

πάρα πολλοί για να μετρηθούν

Word

αμέτρητος

/aˈmetɾitos/

pridev
πάρα πολλοί για να μετρηθούν
Word

αμηχανία

/amiˈxania/

s

Ένα συναίσθημα αμηχανίας ή ντροπής

Word

αμηχανία

/amiˈxania/

s
Ένα συναίσθημα αμηχανίας ή ντροπής
Word

αμοιβαίος

/amiˈve.os/

pridev

κοινός μεταξύ δύο ή περισσότερων ανθρώπων

Word

αμοιβαίος

/amiˈve.os/

pridev
κοινός μεταξύ δύο ή περισσότερων ανθρώπων
Word

αμυντικός

/aminˈtiko/

pridev

Προστατεύει από επίθεση ή βλάβη

Word

αμυντικός

/aminˈtiko/

pridev
Προστατεύει από επίθεση ή βλάβη
Word

αναβαθμίζω

/anavathˈmizo/

g

Να βελτιώσω ή να κάνω καλύτερο

Word

αναβαθμίζω

/anavathˈmizo/

g
Να βελτιώσω ή να κάνω καλύτερο