Exam

Preizkusite svojo raven besedišča!

Vas zanima vaše znanje besedišča v tujem jeziku? Opravite naš test besedišča in odkrijte svojo raven, od A1 (začetnik) do C2 (mojster)!

Seznam besed za CEFR - Razširite Svoj Besedni Zaklad B2 Grščina

Slika
Beseda
Transkripcija
Pomen
Word

φυλάσσω

/fiˈlaso/

g

να προστατεύσω κάποιον ή κάτι

Word

φυλάσσω

/fiˈlaso/

g
να προστατεύσω κάποιον ή κάτι
Word

φυλετικός

/filɛtiˈkos/

pridev

Σχετικός με τη φυλή ή την εθνοτική καταγωγή

Word

φυλετικός

/filɛtiˈkos/

pridev
Σχετικός με τη φυλή ή την εθνοτική καταγωγή
Word

φυλή

/fiˈli/

s

ομάδα ανθρώπων με την ίδια κουλτούρα και γλώσσα

Word

φυλή

/fiˈli/

s
ομάδα ανθρώπων με την ίδια κουλτούρα και γλώσσα
Word

φύλο

/ˈfilo/

s

Η κατάσταση του να είσαι άντρας ή γυναίκα

Word

φύλο

/ˈfilo/

s
Η κατάσταση του να είσαι άντρας ή γυναίκα
Word

φωτισμός

/fotiˈzmos/

s

η διάταξη ή το αποτέλεσμα των φώτων

Word

φωτισμός

/fotiˈzmos/

s
η διάταξη ή το αποτέλεσμα των φώτων
Word

χαλαρός

/xalɐˈros/

pridev

όχι σφιχτός

Word

χαλαρός

/xalɐˈros/

pridev
όχι σφιχτός
Word

χαλαρός

/xa.laˈros/

pridev

χαλαρός και όχι επίσημος

Word

χαλαρός

/xa.laˈros/

pridev
χαλαρός και όχι επίσημος
Word

χαλάω

/xaˈla.o/

g

να καταστρέφω ή να βλάπτω κάτι

Word

χαλάω

/xaˈla.o/

g
να καταστρέφω ή να βλάπτω κάτι
Word

χάλυβας

/ˈxalivas/

s

Ένα ισχυρό μέταλλο από σίδηρο

Word

χάλυβας

/ˈxalivas/

s
Ένα ισχυρό μέταλλο από σίδηρο
Word

χαμηλός

/xa.miˈlos/

s

ένα μικρό ύψος ή επίπεδο

Word

χαμηλός

/xa.miˈlos/

s
ένα μικρό ύψος ή επίπεδο
Word

χαμηλώνω

/xamiˈlono/

g

Να κάνω κάτι να κατέβει

Word

χαμηλώνω

/xamiˈlono/

g
Να κάνω κάτι να κατέβει
Word

χαρά

/xaˈɾa/

s

Αίσθημα μεγάλης ευτυχίας

Word

χαρά

/xaˈɾa/

s
Αίσθημα μεγάλης ευτυχίας
Word

χαρακτηριστικό

/xaraktiɾistiko/

s

ποιότητα ενός ατόμου ή πράγματος

Word

χαρακτηριστικό

/xaraktiɾistiko/

s
ποιότητα ενός ατόμου ή πράγματος
Word

χαρακτηριστικό

/xaraktɪɾiˈstiko/

s

Μια ποιότητα που βοηθά να αναγνωρίσουμε κάτι

Word

χαρακτηριστικό

/xaraktɪɾiˈstiko/

s
Μια ποιότητα που βοηθά να αναγνωρίσουμε κάτι
Word

χαριτωμένος

/xaritoˈmenos/

pridev

ελκυστικός με χαριτωμένο τρόπο

Word

χαριτωμένος

/xaritoˈmenos/

pridev
ελκυστικός με χαριτωμένο τρόπο
Word

χάρτης

/ˈxartis/

g

Να δημιουργήσεις μια εικόνα που δείχνει μέρη

Word

χάρτης

/ˈxartis/

g
Να δημιουργήσεις μια εικόνα που δείχνει μέρη
Word

χαρτογραφώ

/χartoɣraˈfo/

g

να κάνω έναν χάρτη ή σχέδιο

Word

χαρτογραφώ

/χartoɣraˈfo/

g
να κάνω έναν χάρτη ή σχέδιο
Word

χαρτομάντιλο

/xartoˈmandilo/

s

ένα κομμάτι μαλακού χαρτιού που χρησιμοποιείται για καθαρισμό

Word

χαρτομάντιλο

/xartoˈmandilo/

s
ένα κομμάτι μαλακού χαρτιού που χρησιμοποιείται για καθαρισμό
Word

χειρίζομαι

/xeˈɾi.zo.me/

g

Να διαχειρίζομαι ή να ασχολούμαι με κάτι

Word

χειρίζομαι

/xeˈɾi.zo.me/

g
Να διαχειρίζομαι ή να ασχολούμαι με κάτι
Word

χειριστής

/çirˈistiːs/

s

Άτομο που ελέγχει μια μηχανή

Word

χειριστής

/çirˈistiːs/

s
Άτομο που ελέγχει μια μηχανή