Otestujte si úroveň slovnej zásoby!
Ste zvedaví na svoje jazykové schopnosti? Urobte si náš test slovnej zásoby a zistite svoju úroveň, od A1 (začiatočník) po C2 (majster)!Zoznam slov pre CEFR - Rozšírte Svoj Slovník It-and-software-development Grécky

διαδικαστικός προγραμματισμός
/ðiaðikaˈstikos proɡrammaˈtismɔs/
pΜια μέθοδος προγραμματισμού που βασίζεται σε διαδικασίες

διαδικαστικός προγραμματισμός
/ðiaðikaˈstikos proɡrammaˈtismɔs/
p
Διαδίκτυο των πραγμάτων (IoT)
/ðiaˈðiktyo ton praˈɣma̱ton/
pΈνα δίκτυο συσκευών που συνδέονται στο διαδίκτυο και μοιράζονται δεδομένα

Διαδίκτυο των πραγμάτων (IoT)
/ðiaˈðiktyo ton praˈɣma̱ton/
p
διακομιστής μεσολάβησης
/ðʝakomistís mesoláv̱isis/
pΈνας διακομιστής που βοηθά στη σύνδεση με άλλους διακομιστές

διακομιστής μεσολάβησης
/ðʝakomistís mesoláv̱isis/
p
Διακυβέρνηση IT
/ðjakivɛrni̱si i ti/
pΈνα πλαίσιο για τη διαχείριση πόρων και διαδικασιών IT

Διακυβέρνηση IT
/ðjakivɛrni̱si i ti/
p
διαχείριση διαδικασιών
/ðiaˈxirisi ði.aˈðikasjon/
pΗ πράξη εποπτείας και ελέγχου των επιχειρηματικών διαδικασιών

διαχείριση διαδικασιών
/ðiaˈxirisi ði.aˈðikasjon/
p
διαχείριση μνήμης
/ðiaˈxirisi ˈmniːmis/
pΗ διαδικασία ελέγχου της χρήσης μνήμης του υπολογιστή

διαχείριση μνήμης
/ðiaˈxirisi ˈmniːmis/
p
διαχείριση νημάτων
/ðiaˈxirisi niˈmaːton/
pΗ διαδικασία διαχείρισης πολλών νημάτων σε ένα πρόγραμμα

διαχείριση νημάτων
/ðiaˈxirisi niˈmaːton/
p
διαχειριστής βάσης δεδομένων
/ðiaχiˈristis ˈvasis ðeðoˈmenon/
pΆτομο που διαχειρίζεται και συντηρεί βάσεις δεδομένων

διαχειριστής βάσης δεδομένων
/ðiaχiˈristis ˈvasis ðeðoˈmenon/
p
διαχειριστής συστήματος
/ðiaχirˈisti̱s siˈstima/
pΆτομο που διαχειρίζεται υπολογιστικά συστήματα

διαχειριστής συστήματος
/ðiaχirˈisti̱s siˈstima/
p
διεύθυνση IP
/ðjɛfðinsi iˈpi/
pΈνας μοναδικός αριθμός για κάθε συσκευή σε ένα δίκτυο

διεύθυνση IP
/ðjɛfðinsi iˈpi/
p
Διευθυντής IT
/ðjefθinˈtis i ti/
pΆτομο που επιβλέπει έργα και ομάδες IT

Διευθυντής IT
/ðjefθinˈtis i ti/
p
διόρθωση σφαλμάτων
/ðioˈɾθosi sfalˈma.tɔn/
pΗ διαδικασία διόρθωσης σφαλμάτων σε λογισμικό

διόρθωση σφαλμάτων
/ðioˈɾθosi sfalˈma.tɔn/
p
δοκιμή
/ðoˈcimi/
pΗ πράξη να δώσεις σε κάποιον ή κάτι μια δοκιμή

δοκιμή
/ðoˈcimi/
p
Δοκιμή A/B
/ðociˈmi eɪ bi/
pΜέθοδος για να συγκρίνουμε δύο εκδόσεις και να δούμε ποια είναι καλύτερη

Δοκιμή A/B
/ðociˈmi eɪ bi/
p
δοκιμή αντοχής
/ðokiˈmi antoˈxis/
pΔοκιμή ενός συστήματος υπό μεγάλη φόρτιση

δοκιμή αντοχής
/ðokiˈmi antoˈxis/
p
δοκιμή απόδοσης
/ðoˈcimi aˈpoðo̞si/
pΔοκιμή του πόσο καλά λειτουργεί ένα λογισμικό υπό διαφορετικές συνθήκες

δοκιμή απόδοσης
/ðoˈcimi aˈpoðo̞si/
p
δοκιμή διείσδυσης
/ðoˈcimi ðiˈizðinis/
pΜέθοδος για τη δοκιμή της ασφάλειας ενός υπολογιστικού συστήματος

δοκιμή διείσδυσης
/ðoˈcimi ðiˈizðinis/
p
δοκιμή λευκής συσκευής
/ðoˈcimi leˈfciːs siˈkefis/
pΜέθοδος δοκιμής που εξετάζει την εσωτερική λειτουργία ενός προγράμματος

δοκιμή λευκής συσκευής
/ðoˈcimi leˈfciːs siˈkefis/
p
δοκιμή μαύρου κουτιού
/ðociˈmi ˈmavru kuˈtju/
pΜέθοδος δοκιμής λογισμικού χωρίς γνώση της εσωτερικής λειτουργίας

δοκιμή μαύρου κουτιού
/ðociˈmi ˈmavru kuˈtju/
p
δοκιμή ολοκλήρωσης
/ðoˈcimi oloˈklirisis/
pΜια μορφή δοκιμής που ελέγχει αν διάφορα μέρη ενός προγράμματος λειτουργούν μαζί

δοκιμή ολοκλήρωσης
/ðoˈcimi oloˈklirisis/
p