Exam

Otestujte si úroveň slovnej zásoby!

Ste zvedaví na svoje jazykové schopnosti? Urobte si náš test slovnej zásoby a zistite svoju úroveň, od A1 (začiatočník) po C2 (majster)!

Zoznam slov pre CEFR - Rozšírte Svoj Slovník B2 Grécky

Obrázok
Slovo
Transkripcia
Význam
Word

αναδύομαι

/anadˈi̯ome/

s

να σηκωθώ

Word

αναδύομαι

/anadˈi̯ome/

s
να σηκωθώ
Word

αναζητώ

/anazitó/

s

Ψάχνω για κάτι

Word

αναζητώ

/anazitó/

s
Ψάχνω για κάτι
Word

αναθέτω

/anaˈθeto/

s

Δίνω σε κάποιον μια εργασία ή ευθύνη

Word

αναθέτω

/anaˈθeto/

s
Δίνω σε κάποιον μια εργασία ή ευθύνη
Word

αναθέτω

/anatheˈto/

s

δίνω σε κάποιον εργασία

Word

αναθέτω

/anatheˈto/

s
δίνω σε κάποιον εργασία
Word

αναθεώρηση

/anatheˈoɾisi/

p

η πράξη αλλαγής κάτι για να το βελτιώσουμε

Word

αναθεώρηση

/anatheˈoɾisi/

p
η πράξη αλλαγής κάτι για να το βελτιώσουμε
Word

αναίσθητος

/anaˈisθitos/

príd

όχι ξύπνιος

Word

αναίσθητος

/anaˈisθitos/

príd
όχι ξύπνιος
Word

ανακάλυψη

/anakaˈlipsi/

p

μια ανακάλυψη ή αποτέλεσμα έρευνας

Word

ανακάλυψη

/anakaˈlipsi/

p
μια ανακάλυψη ή αποτέλεσμα έρευνας
Word

ανακατασκευάζω

/anakaˈtasevazo/

s

χτίζω ξανά

Word

ανακατασκευάζω

/anakaˈtasevazo/

s
χτίζω ξανά
Word

ανακουφίζω

/anakuˈfi.zo/

s

να μειώσω τον πόνο ή το άγχος

Word

ανακουφίζω

/anakuˈfi.zo/

s
να μειώσω τον πόνο ή το άγχος
Word

ανακούφιση

/anakuˈfisi/

p

αίσθηση άνεσης μετά από άγχος ή πόνο

Word

ανακούφιση

/anakuˈfisi/

p
αίσθηση άνεσης μετά από άγχος ή πόνο
Word

ανακουφισμένος

/anakuˈfismenos/

príd

νιώθω καλύτερα μετά από άγχος

Word

ανακουφισμένος

/anakuˈfismenos/

príd
νιώθω καλύτερα μετά από άγχος
Word

ανακριτής

/anɑkɾiˈtis/

p

Άτομο που ψάχνει κάτι

Word

ανακριτής

/anɑkɾiˈtis/

p
Άτομο που ψάχνει κάτι
Word

αναλαμβάνω

/analamˈvɑno/

s

Να ξεκινήσω κάτι

Word

αναλαμβάνω

/analamˈvɑno/

s
Να ξεκινήσω κάτι
Word

αναλογία

/analoˈɣia/

p

ένα μέρος του συνόλου

Word

αναλογία

/analoˈɣia/

p
ένα μέρος του συνόλου
Word

αναλυτής

/analyˈtis/

p

Άτομο που μελετά κάτι λεπτομερώς

Word

αναλυτής

/analyˈtis/

p
Άτομο που μελετά κάτι λεπτομερώς
Word

αναλυτικό πρόγραμμα

/analitʝiˈko ˈproɣrama/

p

τα μαθήματα που διδάσκονται σε σχολείο ή κολλέγιο

Word

αναλυτικό πρόγραμμα

/analitʝiˈko ˈproɣrama/

p
τα μαθήματα που διδάσκονται σε σχολείο ή κολλέγιο
Word

αναμένω

/anaˈmeno/

s

να περιμένω κάτι να συμβεί

Word

αναμένω

/anaˈmeno/

s
να περιμένω κάτι να συμβεί
Word

αναπηρία

/anapiˈria/

p

Μια κατάσταση που περιορίζει τις δραστηριότητες

Word

αναπηρία

/anapiˈria/

p
Μια κατάσταση που περιορίζει τις δραστηριότητες
Word

αναπηρος

/anaˈpiɾos/

príd

Έχει κατάσταση που περιορίζει τις δραστηριότητες

Word

αναπηρος

/anaˈpiɾos/

príd
Έχει κατάσταση που περιορίζει τις δραστηριότητες
Word

αναπόφευκτα

/anapófev̱kta/

prísl

Όπως είναι σίγουρο ότι θα συμβεί

Word

αναπόφευκτα

/anapófev̱kta/

prísl
Όπως είναι σίγουρο ότι θα συμβεί