Exam

Otestujte si úroveň slovnej zásoby!

Ste zvedaví na svoje jazykové schopnosti? Urobte si náš test slovnej zásoby a zistite svoju úroveň, od A1 (začiatočník) po C2 (majster)!

Zoznam slov pre CEFR - Rozšírte Svoj Slovník B1 Grécky

Obrázok
Slovo
Transkripcia
Význam
Word

φροντίδα

/fɾonˈtida/

p

Η διαδικασία φροντίδας κάποιου ή κάτι

Word

φροντίδα

/fɾonˈtida/

p
Η διαδικασία φροντίδας κάποιου ή κάτι
Word

φροντίζω

/fɾonˈðizo/

s

να φροντίζω κάτι ή κάποιον

Word

φροντίζω

/fɾonˈðizo/

s
να φροντίζω κάτι ή κάποιον
Word

φτερό

/fteˈro/

p

Μέρος ενός πουλιού ή αεροπλάνου που το βοηθά να πετάξει

Word

φτερό

/fteˈro/

p
Μέρος ενός πουλιού ή αεροπλάνου που το βοηθά να πετάξει
Word

φτώχεια

/ˈf.tʃe.a/

p

κατάσταση να είσαι πολύ φτωχός

Word

φτώχεια

/ˈf.tʃe.a/

p
κατάσταση να είσαι πολύ φτωχός
Word

φύλακας

/ˈfilakas/

p

άτομο που προστατεύει ή παρακολουθεί κάτι

Word

φύλακας

/ˈfilakas/

p
άτομο που προστατεύει ή παρακολουθεί κάτι
Word

φυλακισμένος

/filiˈkismenos/

p

Άτομο που κρατείται στη φυλακή

Word

φυλακισμένος

/filiˈkismenos/

p
Άτομο που κρατείται στη φυλακή
Word

φυλή

/fiˈli/

p

Μια ομάδα ανθρώπων με κοινά φυσικά χαρακτηριστικά

Word

φυλή

/fiˈli/

p
Μια ομάδα ανθρώπων με κοινά φυσικά χαρακτηριστικά
Word

φύλλο

/ˈfilo/

p

Μια επίπεδη, πράσινη μέρος ενός φυτού που μεγαλώνει από έναν κορμό.

Word

φύλλο

/ˈfilo/

p
Μια επίπεδη, πράσινη μέρος ενός φυτού που μεγαλώνει από έναν κορμό.
Word

φύλο

/ˈfilo/

p

Κατάσταση να είσαι άντρας ή γυναίκα

Word

φύλο

/ˈfilo/

p
Κατάσταση να είσαι άντρας ή γυναίκα
Word

φυσικά

/fi.siˈka/

prísl

Με φυσικό τρόπο

Word

φυσικά

/fi.siˈka/

prísl
Με φυσικό τρόπο
Word

φυσική κατάσταση

/ˈfisiniki katástasi/

p

Κατάσταση υγείας και δύναμης

Word

φυσική κατάσταση

/ˈfisiniki katástasi/

p
Κατάσταση υγείας και δύναμης
Word

φωτογραφία

/fɔtoɾaˈfi.a/

p

Η τέχνη της λήψης φωτογραφιών

Word

φωτογραφία

/fɔtoɾaˈfi.a/

p
Η τέχνη της λήψης φωτογραφιών
Word

φωτογράφος

/fo.toˈɣrafos/

p

Άτομο που βγάζει φωτογραφίες με κάμερα.

Word

φωτογράφος

/fo.toˈɣrafos/

p
Άτομο που βγάζει φωτογραφίες με κάμερα.
Word

χαζός

/xaˈzo̞s/

príd

όχι σοβαρός ή ανόητος

Word

χαζός

/xaˈzo̞s/

príd
όχι σοβαρός ή ανόητος
Word

χαλαρός

/xalaˈros/

príd

νιώθω ήρεμος και χωρίς άγχος

Word

χαλαρός

/xalaˈros/

príd
νιώθω ήρεμος και χωρίς άγχος
Word

χαλαρωτικός

/xalaɾoˈtikos/

príd

σε κάνει να νιώθεις ήρεμος και λιγότερο αγχωμένος

Word

χαλαρωτικός

/xalaɾoˈtikos/

príd
σε κάνει να νιώθεις ήρεμος και λιγότερο αγχωμένος
Word

χαμηλός

/xamiˈlos/

prísl

Σε μικρό ύψος ή επίπεδο

Word

χαμηλός

/xamiˈlos/

prísl
Σε μικρό ύψος ή επίπεδο
Word

χαμόγελο

/xaˈmoʝelo/

p

έκφραση του προσώπου που δείχνει ευτυχία

Word

χαμόγελο

/xaˈmoʝelo/

p
έκφραση του προσώπου που δείχνει ευτυχία
Word

χάος

/ˈxa.os/

p

κατάσταση αταξίας ή σύγχυσης

Word

χάος

/ˈxa.os/

p
κατάσταση αταξίας ή σύγχυσης
Word

χάρη

/ˈχari/

p

Μια καλή ή χρήσιμη πράξη

Word

χάρη

/ˈχari/

p
Μια καλή ή χρήσιμη πράξη