Exam

Testează-ți nivelul vocabularului!

Curios de abilitățile tale de vocabular într-o limbă străină? Fă testul nostru de vocabular acum și descoperă-ți nivelul, de la A1 (Începător) la C2 (Măiestrie)!

Listă de Cuvinte pentru CEFR - Extinde-ți Vocabularul în C2 Greacă

Imagine
Cuvânt
Transcriere
Semnificație
Word

χρηματιστήριο

/xrimatiˈstirio/

s

Μέρος όπου αγοράζονται και πωλούνται μετοχές

Word

χρηματιστήριο

/xrimatiˈstirio/

s
Μέρος όπου αγοράζονται και πωλούνται μετοχές
Word

χρηματιστήριο

/xri.ma.tiˈsti.ri.o/

s

Ο χώρος όπου διαπραγματεύονται οι μετοχές

Word

χρηματιστήριο

/xri.ma.tiˈsti.ri.o/

s
Ο χώρος όπου διαπραγματεύονται οι μετοχές
Word

χρησιμοποίηση

/xrisimoˈpisi/

s

Η πράξη της χρήσης κάτι

Word

χρησιμοποίηση

/xrisimoˈpisi/

s
Η πράξη της χρήσης κάτι
Word

χρήσιμος

/ˈxrisimos/

adj

Μπορεί να χρησιμοποιηθεί

Word

χρήσιμος

/ˈxrisimos/

adj
Μπορεί να χρησιμοποιηθεί
Word

χρησιμότητα

/xrisimótita/

s

Η ποιότητα του να είναι χρήσιμος

Word

χρησιμότητα

/xrisimótita/

s
Η ποιότητα του να είναι χρήσιμος
Word

χρονικό

/xroniˈko/

s

Μια καταγραφή γεγονότων με τη σειρά που συνέβησαν

Word

χρονικό

/xroniˈko/

s
Μια καταγραφή γεγονότων με τη σειρά που συνέβησαν
Word

χρονικός

/xroniˈkos/

adj

σχετικός με το χρόνο

Word

χρονικός

/xroniˈkos/

adj
σχετικός με το χρόνο
Word

χτίζω

/ˈçtizo/

v

να αυξήσω ή να αναπτύξω κάτι σταδιακά

Word

χτίζω

/ˈçtizo/

v
να αυξήσω ή να αναπτύξω κάτι σταδιακά
Word

χτύπημα

/ˈxtipima/

s

Χτύπημα με κλειστή παλάμη

Word

χτύπημα

/ˈxtipima/

s
Χτύπημα με κλειστή παλάμη
Word

ψεύτης

/ˈpseftis/

s

Άτομο που δεν λέει την αλήθεια

Word

ψεύτης

/ˈpseftis/

s
Άτομο που δεν λέει την αλήθεια
Word

ψητά φασόλια

/pʃiˈta faˈsoʎa/

s

Φασόλια μαγειρεμένα σε σάλτσα, συνήθως ντομάτας

Word

ψητά φασόλια

/pʃiˈta faˈsoʎa/

s
Φασόλια μαγειρεμένα σε σάλτσα, συνήθως ντομάτας
Word

ψιλοκόβω

/psiˈlokovo/

v

Να κόβω φαγητό σε πολύ μικρά κομμάτια

Word

ψιλοκόβω

/psiˈlokovo/

v
Να κόβω φαγητό σε πολύ μικρά κομμάτια
Word

ψιλολόγημα

/psi.loˈlo.ʝima/

s

κάτι ασήμαντο

Word

ψιλολόγημα

/psi.loˈlo.ʝima/

s
κάτι ασήμαντο
Word

ψίχουλο

/ˈpsi.χu.lo/

s

ένα μικρό κομμάτι φαγητού

Word

ψίχουλο

/ˈpsi.χu.lo/

s
ένα μικρό κομμάτι φαγητού
Word

ψυχικός

/psiˈxikos/

s

Άτομο που ισχυρίζεται ότι έχει ειδικές δυνάμεις να βλέπει το μέλλον ή να μιλάει με πνεύματα

Word

ψυχικός

/psiˈxikos/

s
Άτομο που ισχυρίζεται ότι έχει ειδικές δυνάμεις να βλέπει το μέλλον ή να μιλάει με πνεύματα
Word

ώριμος

/ˈori.mos/

v

να γίνει πλήρως αναπτυγμένος

Word

ώριμος

/ˈori.mos/

v
να γίνει πλήρως αναπτυγμένος