Exam

Testează-ți nivelul vocabularului!

Curios de abilitățile tale de vocabular într-o limbă străină? Fă testul nostru de vocabular acum și descoperă-ți nivelul, de la A1 (Începător) la C2 (Măiestrie)!

Listă de Cuvinte pentru CEFR - Extinde-ți Vocabularul în C2 Greacă

Imagine
Cuvânt
Transcriere
Semnificație
Word

αναζητώ

/anazitó/

v

Ψάχνω για πληροφορίες

Word

αναζητώ

/anazitó/

v
Ψάχνω για πληροφορίες
Word

αναθέτω

/anaˈθeto/

v

Δίνω σε κάποιον την ευθύνη να κάνει κάτι

Word

αναθέτω

/anaˈθeto/

v
Δίνω σε κάποιον την ευθύνη να κάνει κάτι
Word

ανακαινίζω

/anakeˈni̱zo/

v

Να κάνω κάτι να φαίνεται καινούργιο ξανά

Word

ανακαινίζω

/anakeˈni̱zo/

v
Να κάνω κάτι να φαίνεται καινούργιο ξανά
Word

ανακαινίζω

/anakeˈni̱zo/

v

να κάνω κάτι νέο ξανά

Word

ανακαινίζω

/anakeˈni̱zo/

v
να κάνω κάτι νέο ξανά
Word

ανακαίνιση

/anakaˈini̱si/

s

Η διαδικασία να κάνεις κάτι να φαίνεται και πάλι νέο

Word

ανακαίνιση

/anakaˈini̱si/

s
Η διαδικασία να κάνεις κάτι να φαίνεται και πάλι νέο
Word

ανακαίνιση

/anakaˈini̱si/

s

Η διαδικασία να κάνεις κάτι νέο ξανά

Word

ανακαίνιση

/anakaˈini̱si/

s
Η διαδικασία να κάνεις κάτι νέο ξανά
Word

ανακαλύπτω

/anakaˈlipto/

v

Να ανακαλύψω πληροφορίες

Word

ανακαλύπτω

/anakaˈlipto/

v
Να ανακαλύψω πληροφορίες
Word

ανακαλύπτω ξανά

/anakaˈlipto ksaˈna/

v

να βρω κάτι πάλι

Word

ανακαλύπτω ξανά

/anakaˈlipto ksaˈna/

v
να βρω κάτι πάλι
Word

ανακαλώ

/anakaˈlo/

v

Να πάρω πίσω ή να ακυρώσω

Word

ανακαλώ

/anakaˈlo/

v
Να πάρω πίσω ή να ακυρώσω
Word

ανακατεύω

/anakaˈtevo/

v

να ανακατεύω πράγματα

Word

ανακατεύω

/anakaˈtevo/

v
να ανακατεύω πράγματα
Word

ανακατωμένος

/anakaˈto̞menos/

adj

όχι τακτοποιημένος

Word

ανακατωμένος

/anakaˈto̞menos/

adj
όχι τακτοποιημένος
Word

ανακουφίζω

/anakuˈfizo/

v

να κάνω κάτι λιγότερο σοβαρό

Word

ανακουφίζω

/anakuˈfizo/

v
να κάνω κάτι λιγότερο σοβαρό
Word

ανάκριση

/aˈna.kri.si/

s

Η πράξη του να κάνεις ερωτήσεις για να πάρεις πληροφορίες

Word

ανάκριση

/aˈna.kri.si/

s
Η πράξη του να κάνεις ερωτήσεις για να πάρεις πληροφορίες
Word

ανακωχή

/anakoˈçi/

s

Συμφωνία για να σταματήσει η μάχη

Word

ανακωχή

/anakoˈçi/

s
Συμφωνία για να σταματήσει η μάχη
Word

αναλαμβάνω

/analamˈvɑno/

v

Αποδέχομαι μια πρόκληση ή ευθύνη

Word

αναλαμβάνω

/analamˈvɑno/

v
Αποδέχομαι μια πρόκληση ή ευθύνη
Word

αναλαμβάνω

/analamˈv̞a/

v

να αναλάβω τον έλεγχο

Word

αναλαμβάνω

/analamˈv̞a/

v
να αναλάβω τον έλεγχο
Word

αναλυτικός

/analitʲiˈkos/

adj

Σχετικός με προσεκτική μελέτη

Word

αναλυτικός

/analitʲiˈkos/

adj
Σχετικός με προσεκτική μελέτη
Word

ανανάς

/anaˈnas/

s

Ένα τροπικό φρούτο με τραχύ δέρμα και γλυκό εσωτερικό

Word

ανανάς

/anaˈnas/

s
Ένα τροπικό φρούτο με τραχύ δέρμα και γλυκό εσωτερικό
Word

ανανέωση

/anaˈneosi/

s

Φαγητό και ποτό

Word

ανανέωση

/anaˈneosi/

s
Φαγητό και ποτό
Word

ανανεώσιμος

/ananeˈo.simos/

adj

Μπορεί να χρησιμοποιηθεί ξανά

Word

ανανεώσιμος

/ananeˈo.simos/

adj
Μπορεί να χρησιμοποιηθεί ξανά