Teste seu nível de vocabulário!
Curioso sobre suas habilidades de vocabulário em língua estrangeira? Faça nosso teste de vocabulário agora e descubra seu nível, de A1 (Iniciante) a C2 (Domínio)!Lista de Palavras para o CEFR - Expanda Seu Vocabulário de C2 Grego

αδιάφορος
/aˈðja.fɔ.ros/
adjδεν είναι ενδιαφέρον

αδιάφορος
/aˈðja.fɔ.ros/
adj
αδικημένος
/aðikiˈmenos/
adjέλλειψη βασικών πόρων

αδικημένος
/aðikiˈmenos/
adj
άδικος
/ˈaðikos/
adjΔεν είναι δίκαιος

άδικος
/ˈaðikos/
adj
αδυναμία
/aðinaˈmia/
sΚάτι που δεν μπορεί να συμβεί ή να γίνει

αδυναμία
/aðinaˈmia/
s
αδύνατος
/aˈðinatos/
adjΠολύ λεπτός

αδύνατος
/aˈðinatos/
adj
αέρια
/ˈeɾia/
vΑπελευθερώνω αέριο από το στομάχι μέσω του κάτω μέρους

αέρια
/ˈeɾia/
v
αηδιαστικό
/e.ðʝaˈðʝas.ti.ko/
adjΠροκαλεί έντονο αίσθημα αντιπάθειας ή αποδοκιμασίας

αηδιαστικό
/e.ðʝaˈðʝas.ti.ko/
adj
αηδιαστικός
/a.i.ðja.siˈkos/
adjπολύ κακός ή δυσάρεστος

αηδιαστικός
/a.i.ðja.siˈkos/
adj
αθάνατος
/aˈθanatos/
adjΖει για πάντα

αθάνατος
/aˈθanatos/
adj
άθεος
/ˈaθeos/
sΆτομο που δεν πιστεύει στον Θεό

άθεος
/ˈaθeos/
s
αθλητικός
/aθlitikós/
adjΚαλός ή ενδιαφερόμενος για τον αθλητισμό

αθλητικός
/aθlitikós/
adj
αθλητικός
/aθlitikós/
adjΣχετικός με τον αθλητισμό

αθλητικός
/aθlitikós/
adj
αθωώνω
/aθoˈono/
vΝα δηλώσω κάποιον αθώο

αθωώνω
/aθoˈono/
v
αίθριο
/ˈe.θri.o/
sΈνας εξωτερικός χώρος δίπλα σε ένα σπίτι όπου οι άνθρωποι μπορούν να καθίσουν

αίθριο
/ˈe.θri.o/
s
αιμορραγία
/em.o.raˈʝi.a/
sΔιαδικασία απώλειας αίματος

αιμορραγία
/em.o.raˈʝi.a/
s
αίρεση
/ˈɛɾesi/
sΟμάδα με διαφορετικές πεποιθήσεις

αίρεση
/ˈɛɾesi/
s
αισθησιακός
/eisθiˈsi.a.kos/
adjΠροκαλεί μεγάλο ενδιαφέρον ή ενθουσιασμό

αισθησιακός
/eisθiˈsi.a.kos/
adj
αισθητήρας
/ɛsθiˈtiɾas/
sΣυσκευή που ανιχνεύει αλλαγές

αισθητήρας
/ɛsθiˈtiɾas/
s
αιώνια
/eˈonɨa/
advγια πάντα

αιώνια
/eˈonɨa/
adv
αιωνιότητα
/e.oniˈotita/
sχρονική περίοδος που δεν τελειώνει ποτέ

αιωνιότητα
/e.oniˈotita/
s