Test ditt ordforrådsnivå!
Nysgjerrig på dine ferdigheter i fremmedspråk? Ta vår ordforrådstest nå og oppdag ditt nivå, fra A1 (Nybegynner) til C2 (Mesterlig)!Ordlist for CEFR - Utvid Ditt Ordforråd C2 Gresk

εκκρεμής
/ekreˈmis/
adjΠεριμένει να αποφασιστεί ή να ολοκληρωθεί

εκκρεμής
/ekreˈmis/
adj
εκπέμπω
/ekˈpem.po/
vΝα στέλνω ενέργεια ή θερμότητα

εκπέμπω
/ekˈpem.po/
v
εκπλήρωση
/ekˈplirɔsi/
sΤο συναίσθημα της ευτυχίας και ικανοποίησης

εκπλήρωση
/ekˈplirɔsi/
s
εκρηκτικό
/ekriktiˈko/
sουσία που μπορεί να προκαλέσει έκρηξη

εκρηκτικό
/ekriktiˈko/
s
έκρηξη
/ˈekɾiɣzi/
sΞαφνική απελευθέρωση έντονης συναισθηματικής κατάστασης

έκρηξη
/ˈekɾiɣzi/
s
έκρηξη
/ˈekɾiɕi/
sΔυνατός ήχος ή έκρηξη

έκρηξη
/ˈekɾiɕi/
s
εκσυγχρονισμός
/ɛksɨŋxronɪˈzmos/
sΗ διαδικασία του να κάνεις κάτι πιο σύγχρονο

εκσυγχρονισμός
/ɛksɨŋxronɪˈzmos/
s
εκτίμηση
/ekˈtimisi/
sσεβασμός και θαυμασμός

εκτίμηση
/ekˈtimisi/
s
εκφοβιστής
/ekfoˈvistis/
sάτομο που βλάπτει ή τρομάζει άλλους

εκφοβιστής
/ekfoˈvistis/
s
έλα
/ˈela/
να αρχίσουμε

έλα
/ˈela/

έλαβε
/ˈelave/
vπαρελθοντικός χρόνος του λαμβάνω; να πάρεις κάτι

έλαβε
/ˈelave/
v
ελαιόλαδο
/elɛˈaɾoˌlaðo/
sΛάδι που παρασκευάζεται από ελιές, χρησιμοποιείται στο μαγείρεμα

ελαιόλαδο
/elɛˈaɾoˌlaðo/
s
ελαφρύνω
/elafˈrinɔ/
vνα κάνω κάτι πιο εύκολο

ελαφρύνω
/elafˈrinɔ/
v
ελβετικός
/elvetiˈkos/
adjΣχετικός με την Ελβετία

ελβετικός
/elvetiˈkos/
adj
ελιγμός
/eliɣˈmos/
vΝα κινείσαι επιδέξια ή προσεκτικά

ελιγμός
/eliɣˈmos/
v
εμβαθύνω
/emˈvaθino/
vκάνω ή γίνομαι βαθύτερος

εμβαθύνω
/emˈvaθino/
v
εμπιστευτικότητα
/empistevtiˈkota/
sΚατάσταση διατήρησης πληροφοριών μυστικών

εμπιστευτικότητα
/empistevtiˈkota/
s
έναρξη
/ˈe.nar.kʲi/
sη αρχή κάποιου πράγματος

έναρξη
/ˈe.nar.kʲi/
s
ενεργητικός
/e.nɛr.ʝiˈti.kos/
adjΓεμάτη ενέργεια

ενεργητικός
/e.nɛr.ʝiˈti.kos/
adj
ενημερωμένος
/enimeˈɾo̞me̞nos/
adjΈχει γνώσεις για κάτι

ενημερωμένος
/enimeˈɾo̞me̞nos/
adj