Exam

Test ditt ordforrådsnivå!

Nysgjerrig på dine ferdigheter i fremmedspråk? Ta vår ordforrådstest nå og oppdag ditt nivå, fra A1 (Nybegynner) til C2 (Mesterlig)!

Ordlist for CEFR - Utvid Ditt Ordforråd B2 Gresk

Bilde
Ord
Transkripsjon
Betydning
Word

χτύπημα

/ˈxtipima/

s

ισχυρό χτύπημα

Word

χτύπημα

/ˈxtipima/

s
ισχυρό χτύπημα
Word

χτυπώ

/xtiˈpo/

v

χτυπώ κάτι ελαφρά

Word

χτυπώ

/xtiˈpo/

v
χτυπώ κάτι ελαφρά
Word

χτυπώ

/xtiˈpo/

v

να χτυπά

Word

χτυπώ

/xtiˈpo/

v
να χτυπά
Word

χύνω

/ˈçino/

v

να χύσω κατά λάθος υγρό

Word

χύνω

/ˈçino/

v
να χύσω κατά λάθος υγρό
Word

χωρητικότητα

/xoritiˈkoti̱ta/

s

Η μέγιστη ποσότητα που μπορεί να κρατήσει κάτι

Word

χωρητικότητα

/xoritiˈkoti̱ta/

s
Η μέγιστη ποσότητα που μπορεί να κρατήσει κάτι
Word

χωρίζω

/xoˈɾi.zo/

v

να διαχωρίσω σε μέρη

Word

χωρίζω

/xoˈɾi.zo/

v
να διαχωρίσω σε μέρη
Word

χώρος

/ˈxoros/

s

Ένας τόπος όπου συμβαίνει ένα γεγονός

Word

χώρος

/ˈxoros/

s
Ένας τόπος όπου συμβαίνει ένα γεγονός
Word

χώρος εργασίας

/ˈxoros eɾɣaˈsias/

s

Τόπος όπου οι άνθρωποι εργάζονται

Word

χώρος εργασίας

/ˈxoros eɾɣaˈsias/

s
Τόπος όπου οι άνθρωποι εργάζονται
Word

ψευδαίσθηση

/pse̱fðe̱ˈis̱i/

s

Κάτι που φαίνεται διαφορετικό από αυτό που είναι

Word

ψευδαίσθηση

/pse̱fðe̱ˈis̱i/

s
Κάτι που φαίνεται διαφορετικό από αυτό που είναι
Word

ψεύδομαι

/ˈpse̞vðo̞me/

v

Να λέω κάτι που δεν είναι αλήθεια

Word

ψεύδομαι

/ˈpse̞vðo̞me/

v
Να λέω κάτι που δεν είναι αλήθεια
Word

ψεύτικος

/ˈpseftikos/

adj

όχι αληθινός ή γνήσιος

Word

ψεύτικος

/ˈpseftikos/

adj
όχι αληθινός ή γνήσιος
Word

ψήφος

/ˈpsifos/

s

Μια επιλογή που κάνουν οι άνθρωποι για να αποφασίσουν κάτι

Word

ψήφος

/ˈpsifos/

s
Μια επιλογή που κάνουν οι άνθρωποι για να αποφασίσουν κάτι
Word

ψηφοφορία

/ˌpsifoforˈia/

s

η πράξη επιλογής σε εκλογές ή απόφαση

Word

ψηφοφορία

/ˌpsifoforˈia/

s
η πράξη επιλογής σε εκλογές ή απόφαση
Word

ψιθυρίζω

/ˈpsi.θiˈɾi.zo/

v

μιλώ πολύ ήσυχα

Word

ψιθυρίζω

/ˈpsi.θiˈɾi.zo/

v
μιλώ πολύ ήσυχα
Word

ψυχή

/psiˈçi/

s

το πνευματικό μέρος ενός ανθρώπου

Word

ψυχή

/psiˈçi/

s
το πνευματικό μέρος ενός ανθρώπου
Word

ψυχολογία

/psi.xo.loˈʝi.a/

s

Η μελέτη του νου και της συμπεριφοράς

Word

ψυχολογία

/psi.xo.loˈʝi.a/

s
Η μελέτη του νου και της συμπεριφοράς
Word

ψυχολογικός

/psi.xo.lo.ɡiˈkos/

adj

Σχετικός με το μυαλό

Word

ψυχολογικός

/psi.xo.lo.ɡiˈkos/

adj
Σχετικός με το μυαλό
Word

ψυχολόγος

/psiˈxoloɣos/

s

Άτομο που μελετά το μυαλό και τη συμπεριφορά

Word

ψυχολόγος

/psiˈxoloɣos/

s
Άτομο που μελετά το μυαλό και τη συμπεριφορά
Word

ωμός

/oˈmos/

adj

όχι μαγειρεμένος

Word

ωμός

/oˈmos/

adj
όχι μαγειρεμένος
Word

ωφέλιμος

/oˈfe.limos/

adj

Καλός ή χρήσιμος

Word

ωφέλιμος

/oˈfe.limos/

adj
Καλός ή χρήσιμος