Exam

Test ditt ordforrådsnivå!

Nysgjerrig på dine ferdigheter i fremmedspråk? Ta vår ordforrådstest nå og oppdag ditt nivå, fra A1 (Nybegynner) til C2 (Mesterlig)!

Ordlist for CEFR - Utvid Ditt Ordforråd A1 Gresk

Bilde
Ord
Transkripsjon
Betydning
Word

αργά

/aɾˈɣa/

adv

Μετά την αναμενόμενη ώρα

Word

αργά

/aɾˈɣa/

adv
Μετά την αναμενόμενη ώρα
Word

αργός

/aɾˈɣos/

adj

όχι γρήγορος

Word

αργός

/aɾˈɣos/

adj
όχι γρήγορος
Word

αργότερα

/aˈɾɡoteɾa/

adv

Σε μελλοντικό χρόνο

Word

αργότερα

/aˈɾɡoteɾa/

adv
Σε μελλοντικό χρόνο
Word

άρθρο

/ˈaɾθɾo/

s

Ένα κείμενο σε εφημερίδα ή περιοδικό.

Word

άρθρο

/ˈaɾθɾo/

s
Ένα κείμενο σε εφημερίδα ή περιοδικό.
Word

αριθμός

/aɾiˈθmos/

s

Σύμβολο ή λέξη που χρησιμοποιείται για να μετράει πράγματα

Word

αριθμός

/aɾiˈθmos/

s
Σύμβολο ή λέξη που χρησιμοποιείται για να μετράει πράγματα
Word

αριστερά

/aristeˈra/

adv

Στην ή προς την αριστερή πλευρά

Word

αριστερά

/aristeˈra/

adv
Στην ή προς την αριστερή πλευρά
Word

αρκετά

/aɾceˈta/

adv

σε σημαντικό βαθμό

Word

αρκετά

/aɾceˈta/

adv
σε σημαντικό βαθμό
Word

αρκετά

/arceˈta/

best

τόσο όσο χρειάζεται

Word

αρκετά

/arceˈta/

best
τόσο όσο χρειάζεται
Word

αρνητικός

/arˌni.tiˈkos/

adj

όχι καλός

Word

αρνητικός

/arˌni.tiˈkos/

adj
όχι καλός
Word

άρρωστος

/ˈaɾos tos/

adj

δεν είναι καλά

Word

άρρωστος

/ˈaɾos tos/

adj
δεν είναι καλά
Word

αρχή

/arˈçi/

s

η αρχή κάποιου πράγματος

Word

αρχή

/arˈçi/

s
η αρχή κάποιου πράγματος
Word

άσκηση

/ˈaskisi/

s

Φυσική δραστηριότητα για να παραμείνεις υγιής

Word

άσκηση

/ˈaskisi/

s
Φυσική δραστηριότητα για να παραμείνεις υγιής
Word

αστείος

/asˈti.os/

adj

Που προκαλεί γέλιο

Word

αστείος

/asˈti.os/

adj
Που προκαλεί γέλιο
Word

αστέρι

/asˈteɾi/

s

Διάσημο άτομο

Word

αστέρι

/asˈteɾi/

s
Διάσημο άτομο
Word

αστυνομία

/astinomiˈa/

s

Οι άνθρωποι που επιβάλλουν τους νόμους και διατηρούν τη δημόσια τάξη

Word

αστυνομία

/astinomiˈa/

s
Οι άνθρωποι που επιβάλλουν τους νόμους και διατηρούν τη δημόσια τάξη
Word

αστυνομικός

/astynomikos/

s

άνδρας αστυνομικός

Word

αστυνομικός

/astynomikos/

s
άνδρας αστυνομικός
Word

αυγό

/avˈɣo/

s

Στρογγυλό αντικείμενο που γεννά μια θηλυκή πουλιά, συχνά τρώγεται ως τροφή

Word

αυγό

/avˈɣo/

s
Στρογγυλό αντικείμενο που γεννά μια θηλυκή πουλιά, συχνά τρώγεται ως τροφή
Word

Αύγουστος

/ˈavɣust/

s

Ο όγδοος μήνας του έτους

Word

Αύγουστος

/ˈavɣust/

s
Ο όγδοος μήνας του έτους
Word

αυλή

/avˈli/

s

Εξωτερικός χώρος δίπλα σε ένα σπίτι

Word

αυλή

/avˈli/

s
Εξωτερικός χώρος δίπλα σε ένα σπίτι
Word

αύριο

/ˈavrio/

s

η μέρα μετά από σήμερα

Word

αύριο

/ˈavrio/

s
η μέρα μετά από σήμερα