Exam

Test ditt ordforrådsnivå!

Nysgjerrig på dine ferdigheter i fremmedspråk? Ta vår ordforrådstest nå og oppdag ditt nivå, fra A1 (Nybegynner) til C2 (Mesterlig)!

Ordlist for CEFR - Utvid Ditt Ordforråd A1 Gresk

Bilde
Ord
Transkripsjon
Betydning
Word

ακούω

/aˈku.o/

v

Να ακούω και να δίνω προσοχή

Word

ακούω

/aˈku.o/

v
Να ακούω και να δίνω προσοχή
Word

ακούω

/aˈku.o/

v

Αντιλαμβάνομαι ήχους

Word

ακούω

/aˈku.o/

v
Αντιλαμβάνομαι ήχους
Word

ακριβός

/akriˈvos/

adj

Αγαπητός ή πολύτιμος

Word

ακριβός

/akriˈvos/

adj
Αγαπητός ή πολύτιμος
Word

ακριβός

/akriˈvos/

adj

κοστίζει πολλά χρήματα

Word

ακριβός

/akriˈvos/

adj
κοστίζει πολλά χρήματα
Word

αλάτι

/aˈlati/

s

Λευκή ουσία που χρησιμοποιείται για να νοστιμίζει το φαγητό

Word

αλάτι

/aˈlati/

s
Λευκή ουσία που χρησιμοποιείται για να νοστιμίζει το φαγητό
Word

αληθινός

/aliθi'nis/

adj

Σωστός ή πραγματικός

Word

αληθινός

/aliθi'nis/

adj
Σωστός ή πραγματικός
Word

αλλά

/aˈla/

konj

Χρησιμοποιείται για να εισαγάγει μια αντίθεση ή εξαίρεση.

Word

αλλά

/aˈla/

konj
Χρησιμοποιείται για να εισαγάγει μια αντίθεση ή εξαίρεση.
Word

αλλαγή

/alaˈɣi/

v

Να κάνω ή να γίνω διαφορετικός

Word

αλλαγή

/alaˈɣi/

v
Να κάνω ή να γίνω διαφορετικός
Word

άλλος

/ˈalos/

adv

εκτός από κάποιον ή κάτι

Word

άλλος

/ˈalos/

adv
εκτός από κάποιον ή κάτι
Word

άλλος

/ˈalos/

adj

διαφορετικός από αυτόν που αναφέρθηκε

Word

άλλος

/ˈalos/

adj
διαφορετικός από αυτόν που αναφέρθηκε
Word

άλογο

/ˈaloɣo/

s

Ένα μεγάλο ζώο με τέσσερα πόδια που οι άνθρωποι ιππεύουν

Word

άλογο

/ˈaloɣo/

s
Ένα μεγάλο ζώο με τέσσερα πόδια που οι άνθρωποι ιππεύουν
Word

αν

/an/

konj

Χρησιμοποιείται για να εισαγάγει μια συνθήκη

Word

αν

/an/

konj
Χρησιμοποιείται για να εισαγάγει μια συνθήκη
Word

ανάγνωση

/aˈnaɣnosi/

s

Η πράξη της παρακολούθησης και κατανόησης γραπτών λέξεων

Word

ανάγνωση

/aˈnaɣnosi/

s
Η πράξη της παρακολούθησης και κατανόησης γραπτών λέξεων
Word

αναγνώστης

/an.aˈɣnɔ.stis/

s

άτομο που διαβάζει

Word

αναγνώστης

/an.aˈɣnɔ.stis/

s
άτομο που διαβάζει
Word

αναρρίχηση

/anariˈçi̱si/

v

Να ανεβαίνεις κάτι με τα χέρια και τα πόδια

Word

αναρρίχηση

/anariˈçi̱si/

v
Να ανεβαίνεις κάτι με τα χέρια και τα πόδια
Word

ανατολή

/anatoˈli/

s

Η κατεύθυνση από την οποία ανατέλλει ο ήλιος

Word

ανατολή

/anatoˈli/

s
Η κατεύθυνση από την οποία ανατέλλει ο ήλιος
Word

αναφορά

/anafoˈɾa/

s

Γραπτή ή προφορική περιγραφή κάποιου πράγματος

Word

αναφορά

/anafoˈɾa/

s
Γραπτή ή προφορική περιγραφή κάποιου πράγματος
Word

άνδρας

/ˈanðras/

s

Ενήλικος αρσενικός άνθρωπος.

Word

άνδρας

/ˈanðras/

s
Ενήλικος αρσενικός άνθρωπος.
Word

άνθρωποι

/ˈanθɾopi/

s

Ανθρώπινα όντα

Word

άνθρωποι

/ˈanθɾopi/

s
Ανθρώπινα όντα
Word

άνθρωπος

/ˈan.θro.pos/

s

Ανθρώπινο ον

Word

άνθρωπος

/ˈan.θro.pos/

s
Ανθρώπινο ον