Test je woordenschatniveau!
Benieuwd naar je woordenschatvaardigheden in een vreemde taal? Doe nu onze woordenschattest en ontdek je niveau, van A1 (Beginner) tot C2 (Beheersing)!Woordenlijst voor CEFR - Breid je Woordenschat Uit C1 Grieks

αναστατωτικός
/anastatoˈtikos/
bnπου σε κάνει να νιώθεις ανήσυχος ή αναστατωμένος

αναστατωτικός
/anastatoˈtikos/
bn
αναστέλλω
/anasteˈlo/
wwνα επιβραδύνω ή να αποτρέψω κάτι

αναστέλλω
/anasteˈlo/
ww
αναστεναγμός
/anasteˈnaɣmos/
wwΝα αφήνεις μια μακρά αναπνοή για να δείξεις θλίψη ή ανακούφιση

αναστεναγμός
/anasteˈnaɣmos/
ww
αναστολή
/anastoli/
znΗ πράξη της προσωρινής διακοπής κάτι

αναστολή
/anastoli/
zn
ανασυγκρότηση
/anasyɡˈro̞tisi/
znη πράξη της ξαναχτίσης

ανασυγκρότηση
/anasyɡˈro̞tisi/
zn
ανατρέπω
/anatreˈpo/
wwΝα γυρίσω κάτι ανάποδα

ανατρέπω
/anatreˈpo/
ww
ανεγείρω
/anɛˈɣiɾo/
wwΝα χτίσω ή να τοποθετήσω μια δομή

ανεγείρω
/anɛˈɣiɾo/
ww
ανεξάρτητα
/anexˈartita/
bwχωρίς να επηρεάζεται από κάτι

ανεξάρτητα
/anexˈartita/
bw
ανεπαρκής
/anepɑˈrkis/
bnδεν είναι αρκετός

ανεπαρκής
/anepɑˈrkis/
bn
ανεπαρκής
/anepaˈrkis/
bnδεν είναι αρκετά καλός

ανεπαρκής
/anepaˈrkis/
bn
ανέχομαι
/aˈneχome/
wwνα επιτρέπω ή να αποδέχομαι κάτι

ανέχομαι
/aˈneχome/
ww
ανησυχία
/anisiˈxia/
wwνα ανησυχείς ή να νοιάζεσαι για κάτι

ανησυχία
/anisiˈxia/
ww
ανθεκτικός
/anθektiˈkos/
bnΔυνατός και υγιής

ανθεκτικός
/anθektiˈkos/
bn
ανθίζω
/anˈθizo/
wwνα μεγαλώνω καλά

ανθίζω
/anˈθizo/
ww
ανθρωπιστικός
/anθropistiˈkos/
bnπου σχετίζεται με την βοήθεια ανθρώπων

ανθρωπιστικός
/anθropistiˈkos/
bn
ανθρωπότητα
/anθroˈpoti.ta/
znΌλοι οι άνθρωποι μαζί

ανθρωπότητα
/anθroˈpoti.ta/
zn
ανικανότητα
/anikaˈnɔtita/
znέλλειψη ικανότητας να κάνεις κάτι

ανικανότητα
/anikaˈnɔtita/
zn
ανισότητα
/anisiˈoti̱ta/
znΚατάσταση μη ισότητας

ανισότητα
/anisiˈoti̱ta/
zn
ανίχνευση
/aˈniç.ne.si/
znΗ πράξη εύρεσης κάτι

ανίχνευση
/aˈniç.ne.si/
zn
ανοχή
/anoxi/
znη ικανότητα να αποδέχεσαι ή να αντέχεις κάτι

ανοχή
/anoxi/
zn