Exam

Testa il tuo livello di vocabolario!

Sei curioso delle tue abilità di vocabolario in lingua straniera? Fai ora il nostro Test di Vocabolario e scopri il tuo livello, da A1 (Principiante) a C2 (Padronanza)!

Elenco di Parole per CEFR - Amplia il Tuo Vocabolario C2 Greco

Immagine
Parola
Trascrizione
Significato
Word

εξειδικευμένος

/eɣzidikevˈmenos/

agg

Σχεδιασμένος για συγκεκριμένο σκοπό

Word

εξειδικευμένος

/eɣzidikevˈmenos/

agg
Σχεδιασμένος για συγκεκριμένο σκοπό
Word

εξερευνώ

/ekseɾevˈno/

v

Να εξερευνώ κάτι

Word

εξερευνώ

/ekseɾevˈno/

v
Να εξερευνώ κάτι
Word

εξετάζω

/ekseˈtazo/

v

να εξετάσω ή να ερευνήσω κάτι

Word

εξετάζω

/ekseˈtazo/

v
να εξετάσω ή να ερευνήσω κάτι
Word

εορτασμένος

/e.oɾ.taˈzme.nos/

agg

διάσημος ή γνωστός

Word

εορτασμένος

/e.oɾ.taˈzme.nos/

agg
διάσημος ή γνωστός
Word

εορταστικός

/e.oɾ.ta.s.tiˈkos/

agg

σχετικός με γιορτή

Word

εορταστικός

/e.oɾ.ta.s.tiˈkos/

agg
σχετικός με γιορτή
Word

επαγγελματικός

/ep.a.ɲel.ma.tiˈkos/

agg

Σχετικός με επάγγελμα

Word

επαγγελματικός

/ep.a.ɲel.ma.tiˈkos/

agg
Σχετικός με επάγγελμα
Word

επαινώ

/epɛˈno/

v

να επαινέσω κάποιον ή κάτι

Word

επαινώ

/epɛˈno/

v
να επαινέσω κάποιον ή κάτι
Word

επανάσταση

/epanáste̱si/

v

να επαναστατήσουν κατά της εξουσίας

Word

επανάσταση

/epanáste̱si/

v
να επαναστατήσουν κατά της εξουσίας
Word

επιβλητικός

/epivliˈtikos/

agg

εντυπωσιακός και μεγαλοπρεπής

Word

επιβλητικός

/epivliˈtikos/

agg
εντυπωσιακός και μεγαλοπρεπής
Word

επίγειος

/eˈpiʝios/

agg

σχετικός με τη γη ή τη ανθρώπινη ζωή

Word

επίγειος

/eˈpiʝios/

agg
σχετικός με τη γη ή τη ανθρώπινη ζωή
Word

επιδιώκω

/epidˈjɔkɔ/

v

Να κάνω κάτι πιο μακρύ

Word

επιδιώκω

/epidˈjɔkɔ/

v
Να κάνω κάτι πιο μακρύ
Word

επιδρομή

/epidɾoˈmi/

sost

Ξαφνική επίθεση

Word

επιδρομή

/epidɾoˈmi/

sost
Ξαφνική επίθεση
Word

επίθεση

/epíθesi/

v

Να επιτεθείς σε κάποιον βίαια

Word

επίθεση

/epíθesi/

v
Να επιτεθείς σε κάποιον βίαια
Word

επιθυμία

/epithimía/

sost

Μια ισχυρή επιθυμία, συχνά για κάτι σεξουαλικό

Word

επιθυμία

/epithimía/

sost
Μια ισχυρή επιθυμία, συχνά για κάτι σεξουαλικό
Word

επικίνδυνος

/epikínðinos/

agg

επικίνδυνος ή ριψοκίνδυνος

Word

επικίνδυνος

/epikínðinos/

agg
επικίνδυνος ή ριψοκίνδυνος
Word

επικυρώνω

/epikɪˈɾono/

v

να επιβεβαιώσω ή να αποδείξω κάτι

Word

επικυρώνω

/epikɪˈɾono/

v
να επιβεβαιώσω ή να αποδείξω κάτι
Word

επικύρωση

/epikýrosi/

sost

Η πράξη επιβεβαίωσης

Word

επικύρωση

/epikýrosi/

sost
Η πράξη επιβεβαίωσης
Word

επικύρωση

/epikýrosi/

sost

Η διαδικασία ελέγχου αν κάτι είναι αληθινό ή σωστό

Word

επικύρωση

/epikýrosi/

sost
Η διαδικασία ελέγχου αν κάτι είναι αληθινό ή σωστό
Word

επιμελώς

/epimeˈlo̞s/

avv

Με τρόπο που δείχνει φροντίδα και προσπάθεια

Word

επιμελώς

/epimeˈlo̞s/

avv
Με τρόπο που δείχνει φροντίδα και προσπάθεια
Word

επίμονος

/epímonos/

agg

Δεν θέλει να αλλάξει γνώμη

Word

επίμονος

/epímonos/

agg
Δεν θέλει να αλλάξει γνώμη