Exam

Testa il tuo livello di vocabolario!

Sei curioso delle tue abilità di vocabolario in lingua straniera? Fai ora il nostro Test di Vocabolario e scopri il tuo livello, da A1 (Principiante) a C2 (Padronanza)!

Elenco di Parole per CEFR - Amplia il Tuo Vocabolario C2 Greco

Immagine
Parola
Trascrizione
Significato
Word

αφαιρώ

/afɛˈɾo/

v

να αφαιρέσω κάτι από κάτι άλλο

Word

αφαιρώ

/afɛˈɾo/

v
να αφαιρέσω κάτι από κάτι άλλο
Word

αφήνω ελεύθερο

/aˈfi.no eˈlef.θe.ro/

v

να επιτρέψω σε κάποιον να φύγει χωρίς τιμωρία

Word

αφήνω ελεύθερο

/aˈfi.no eˈlef.θe.ro/

v
να επιτρέψω σε κάποιον να φύγει χωρίς τιμωρία
Word

Αφρική

/afriˈci/

sost

Ήπειρος

Word

Αφρική

/afriˈci/

sost
Ήπειρος
Word

βάζω

/ˈvazo/

v

Τοποθετώ κάτι σε μια επιφάνεια

Word

βάζω

/ˈvazo/

v
Τοποθετώ κάτι σε μια επιφάνεια
Word

βάζω

/ˈvazo/

v

Ντύνομαι

Word

βάζω

/ˈvazo/

v
Ντύνομαι
Word

βάνα

/ˈvana/

sost

μεγάλο δοχείο για υγρά

Word

βάνα

/ˈvana/

sost
μεγάλο δοχείο για υγρά
Word

βαπτίζω

/vafˈti̞zo/

v

Να εκτελέσω το χριστιανικό τελετουργικό της βάπτισης

Word

βαπτίζω

/vafˈti̞zo/

v
Να εκτελέσω το χριστιανικό τελετουργικό της βάπτισης
Word

βάπτισμα

/ˈvaptizma/

sost

Χριστιανική τελετή εισδοχής στην εκκλησία

Word

βάπτισμα

/ˈvaptizma/

sost
Χριστιανική τελετή εισδοχής στην εκκλησία
Word

Βαπτιστής

/vaptisˈtis/

sost

Μέλος μιας χριστιανικής ομάδας που ασκεί βάπτισμα με κατάδυση

Word

Βαπτιστής

/vaptisˈtis/

sost
Μέλος μιας χριστιανικής ομάδας που ασκεί βάπτισμα με κατάδυση
Word

βαρεμάρα

/va.reˈma.ra/

sost

Κατάσταση βαρεμάρας

Word

βαρεμάρα

/va.reˈma.ra/

sost
Κατάσταση βαρεμάρας
Word

βασανιστήριο

/vasa.nisˈti.ri.o/

sost

έντονη ταλαιπωρία

Word

βασανιστήριο

/vasa.nisˈti.ri.o/

sost
έντονη ταλαιπωρία
Word

βασανιστήριο

/va.sa.niˈsti.ri.o/

sost

Σοβαρός πόνος ή ταλαιπωρία

Word

βασανιστήριο

/va.sa.niˈsti.ri.o/

sost
Σοβαρός πόνος ή ταλαιπωρία
Word

βασικά

/vaˈsika/

sost

Οι κύριες ιδέες ή κανόνες ενός θέματος

Word

βασικά

/vaˈsika/

sost
Οι κύριες ιδέες ή κανόνες ενός θέματος
Word

βασιλεία

/vasiˈli.a/

sost

Η περίοδος κατά την οποία βασιλεύει ένας βασιλιάς ή μια βασίλισσα

Word

βασιλεία

/vasiˈli.a/

sost
Η περίοδος κατά την οποία βασιλεύει ένας βασιλιάς ή μια βασίλισσα
Word

Βατικανό

/va.ti.kaˈno/

sost

Το κεντρικό διοικητικό σώμα της Καθολικής Εκκλησίας

Word

Βατικανό

/va.ti.kaˈno/

sost
Το κεντρικό διοικητικό σώμα της Καθολικής Εκκλησίας
Word

βγάζω

/vɡázo/

v

Αφαιρώ κάτι από ένα μέρος

Word

βγάζω

/vɡázo/

v
Αφαιρώ κάτι από ένα μέρος
Word

βγαίνω

/vˈɣeno/

γίνομαι γνωστός

Word

βγαίνω

/vˈɣeno/

γίνομαι γνωστός
Word

βέλτιστος

/ˈvel.tsi.stos/

agg

Καλύτερος ή πιο αποτελεσματικός

Word

βέλτιστος

/ˈvel.tsi.stos/

agg
Καλύτερος ή πιο αποτελεσματικός
Word

βελτίωση

/velˈtʝosi/

sost

Μια βελτίωση στην ποιότητα

Word

βελτίωση

/velˈtʝosi/

sost
Μια βελτίωση στην ποιότητα
Word

βεράντα

/veˈɾanda/

sost

σκεπαστός χώρος έξω από ένα σπίτι

Word

βεράντα

/veˈɾanda/

sost
σκεπαστός χώρος έξω από ένα σπίτι