Exam

Testa il tuo livello di vocabolario!

Sei curioso delle tue abilità di vocabolario in lingua straniera? Fai ora il nostro Test di Vocabolario e scopri il tuo livello, da A1 (Principiante) a C2 (Padronanza)!

Elenco di Parole per CEFR - Amplia il Tuo Vocabolario B1 Greco

Immagine
Parola
Trascrizione
Significato
Word

αυτόματα

/afˈto̞ma̞ta/

avv

Συμβαίνει μόνο του

Word

αυτόματα

/afˈto̞ma̞ta/

avv
Συμβαίνει μόνο του
Word

αυτόματος

/afˈtomatos/

agg

Λειτουργεί μόνο του

Word

αυτόματος

/afˈtomatos/

agg
Λειτουργεί μόνο του
Word

αφήγηση

/aˈfiɣisi/

sost

Μια ιστορία ή περιγραφή γεγονότων

Word

αφήγηση

/aˈfiɣisi/

sost
Μια ιστορία ή περιγραφή γεγονότων
Word

άφιξη

/ˈafiɣsi/

sost

Η πράξη του να φτάνεις σε ένα μέρος

Word

άφιξη

/ˈafiɣsi/

sost
Η πράξη του να φτάνεις σε ένα μέρος
Word

βάζω

/ˈvazo/

v

να βάλω κάτι απαλά

Word

βάζω

/ˈvazo/

v
να βάλω κάτι απαλά
Word

βαθμός

/vaθˈmos/

sost

επίπεδο ποιότητας ή βαθμού

Word

βαθμός

/vaθˈmos/

sost
επίπεδο ποιότητας ή βαθμού
Word

βαθύ

/vaˈθi/

avv

μακριά κάτω ή μέσα

Word

βαθύ

/vaˈθi/

avv
μακριά κάτω ή μέσα
Word

βαμβάκι

/vamˈvaki/

sost

ένα μαλακό, λευκό υλικό που χρησιμοποιείται για ρούχα

Word

βαμβάκι

/vamˈvaki/

sost
ένα μαλακό, λευκό υλικό που χρησιμοποιείται για ρούχα
Word

βάση

/ˈvasi/

sost

Κύριος λόγος για κάτι

Word

βάση

/ˈvasi/

sost
Κύριος λόγος για κάτι
Word

βάση

/ˈvasi/

sost

το κάτω μέρος κάποιου πράγματος

Word

βάση

/ˈvasi/

sost
το κάτω μέρος κάποιου πράγματος
Word

βασικός

/va.siˈkos/

agg

απλός ή ουσιαστικός

Word

βασικός

/va.siˈkos/

agg
απλός ή ουσιαστικός
Word

βασιλικός

/vasiˈlikos/

agg

Σχετικός με έναν βασιλιά ή μια βασίλισσα

Word

βασιλικός

/vasiˈlikos/

agg
Σχετικός με έναν βασιλιά ή μια βασίλισσα
Word

βελόνα

/veˈlona/

sost

Ένα μικρό, λεπτό εργαλείο που χρησιμοποιείται για ράψιμο

Word

βελόνα

/veˈlona/

sost
Ένα μικρό, λεπτό εργαλείο που χρησιμοποιείται για ράψιμο
Word

βελτίωση

/velˈtio̞si/

sost

η διαδικασία βελτίωσης κάτι

Word

βελτίωση

/velˈtio̞si/

sost
η διαδικασία βελτίωσης κάτι
Word

βίαιος

/ˈvɪ.ɛ.os/

agg

Χρησιμοποιώντας δύναμη για να βλάψει κάποιον ή κάτι

Word

βίαιος

/ˈvɪ.ɛ.os/

agg
Χρησιμοποιώντας δύναμη για να βλάψει κάποιον ή κάτι
Word

βιασύνη

/viaˈsini/

sost

Η ανάγκη να κινηθείς ή να δράσεις γρήγορα

Word

βιασύνη

/viaˈsini/

sost
Η ανάγκη να κινηθείς ή να δράσεις γρήγορα
Word

βλέπω

/ˈvlepo/

v

Να κοιτάζω κάτι

Word

βλέπω

/ˈvlepo/

v
Να κοιτάζω κάτι
Word

βοηθός

/vɔiˈθos/

agg

Βοηθά ή υποστηρίζει κάποιον

Word

βοηθός

/vɔiˈθos/

agg
Βοηθά ή υποστηρίζει κάποιον
Word

βοηθώ

/voiˈθo/

v

Να βοηθήσω κάποιον

Word

βοηθώ

/voiˈθo/

v
Να βοηθήσω κάποιον
Word

βολικός

/vo.liˈkos/

agg

εύκολος στη χρήση ή χρήσιμος

Word

βολικός

/vo.liˈkos/

agg
εύκολος στη χρήση ή χρήσιμος