Exam

Testirajte svoju razinu vokabulara!

Zanima vas koliko dobro poznajete strane jezike? Napravite naš test vokabulara sada i otkrijte svoju razinu, od A1 (Početnik) do C2 (Majstor)!

Popis riječi za CEFR - Proširite Svoj Vokabular B2 Grčki

Slika
Riječ
Transkripcija
Značenje
Word

απόθεμα

/ˈapθema/

imen

Προμήθεια αγαθών ή υλικών

Word

απόθεμα

/ˈapθema/

imen
Προμήθεια αγαθών ή υλικών
Word

απόθεμα

/aˈpoθema/

imen

Μια προμήθεια που διατηρείται για μελλοντική χρήση

Word

απόθεμα

/aˈpoθema/

imen
Μια προμήθεια που διατηρείται για μελλοντική χρήση
Word

αποικία

/apoiˈci.a/

imen

Μια ομάδα ανθρώπων ή ζώων που ζουν μαζί σε ένα νέο μέρος

Word

αποικία

/apoiˈci.a/

imen
Μια ομάδα ανθρώπων ή ζώων που ζουν μαζί σε ένα νέο μέρος
Word

αποίκων

/apoˈikon/

imen

Άτομο που μετακομίζει σε νέο μέρος για να ζήσει

Word

αποίκων

/apoˈikon/

imen
Άτομο που μετακομίζει σε νέο μέρος για να ζήσει
Word

αποκαθιστώ

/apokathistó/

glag

Φέρνω κάτι πίσω στην αρχική του κατάσταση

Word

αποκαθιστώ

/apokathistó/

glag
Φέρνω κάτι πίσω στην αρχική του κατάσταση
Word

αποκαλύπτω

/apokalýpto/

glag

να αποκαλύψω ή να δείξω

Word

αποκαλύπτω

/apokalýpto/

glag
να αποκαλύψω ή να δείξω
Word

αποκαλύπτω

/apokalýpto/

glag

να δείξω κάτι που ήταν κρυμμένο

Word

αποκαλύπτω

/apokalýpto/

glag
να δείξω κάτι που ήταν κρυμμένο
Word

αποκλείω

/apokˈli.o/

glag

να μπλοκάρω ή να εμποδίσω κάτι

Word

αποκλείω

/apokˈli.o/

glag
να μπλοκάρω ή να εμποδίσω κάτι
Word

αποκλείω

/apokˈli.o/

glag

Να κρατήσω κάποιον ή κάτι έξω

Word

αποκλείω

/apokˈli.o/

glag
Να κρατήσω κάποιον ή κάτι έξω
Word

αποκτώ

/apokˈto/

glag

Να αποκτήσω ή να αποκτήσω κάτι

Word

αποκτώ

/apokˈto/

glag
Να αποκτήσω ή να αποκτήσω κάτι
Word

αποκτώ

/apokˈto/

glag

να αποκτήσω κάτι

Word

αποκτώ

/apokˈto/

glag
να αποκτήσω κάτι
Word

απολίθωμα

/apoliˈθoma/

imen

Υπολείμματα φυτού ή ζώου από παλιά

Word

απολίθωμα

/apoliˈθoma/

imen
Υπολείμματα φυτού ή ζώου από παλιά
Word

απόλυτος

/aˈpoli.tos/

prid

πλήρης ή συνολικός

Word

απόλυτος

/aˈpoli.tos/

prid
πλήρης ή συνολικός
Word

απολύω

/apolˈi.o/

glag

να στείλω κάποιον

Word

απολύω

/apolˈi.o/

glag
να στείλω κάποιον
Word

απομονωμένος

/apomonˈe̞nos/

prid

Μακριά από άλλα μέρη ή ανθρώπους

Word

απομονωμένος

/apomonˈe̞nos/

prid
Μακριά από άλλα μέρη ή ανθρώπους
Word

απομονώνω

/apomoˈno/

glag

Να χωρίσω από τους άλλους

Word

απομονώνω

/apomoˈno/

glag
Να χωρίσω από τους άλλους
Word

απορροφώ

/ap.o.ɾoˈfo/

glag

να παίρνω ή να απορροφώ

Word

απορροφώ

/ap.o.ɾoˈfo/

glag
να παίρνω ή να απορροφώ
Word

αποσπώ

/apoˈspo/

glag

να αποσπάσω την προσοχή

Word

αποσπώ

/apoˈspo/

glag
να αποσπάσω την προσοχή
Word

απόσταση

/aˈpɔstasi/

imen

η απόσταση στην οποία μπορείς να απλώσεις το χέρι

Word

απόσταση

/aˈpɔstasi/

imen
η απόσταση στην οποία μπορείς να απλώσεις το χέρι
Word

αποστέλλω

/aposteˈlo/

glag

Να στείλω κάτι με ταχυδρομείο ή μεταφορά

Word

αποστέλλω

/aposteˈlo/

glag
Να στείλω κάτι με ταχυδρομείο ή μεταφορά