Exam

Testirajte svoju razinu vokabulara!

Zanima vas koliko dobro poznajete strane jezike? Napravite naš test vokabulara sada i otkrijte svoju razinu, od A1 (Početnik) do C2 (Majstor)!

Popis riječi za CEFR - Proširite Svoj Vokabular A2 Grčki

Slika
Riječ
Transkripcija
Značenje
Word

απόδειξη

/aˈpoðisi/

imen

Κάτι που δείχνει απόδειξη

Word

απόδειξη

/aˈpoðisi/

imen
Κάτι που δείχνει απόδειξη
Word

αποδέχομαι

/apoˈðeχome/

glag

Συμφωνώ να πάρω κάτι

Word

αποδέχομαι

/apoˈðeχome/

glag
Συμφωνώ να πάρω κάτι
Word

απόσταση

/aˈpɔstasi/

imen

η ποσότητα χώρου μεταξύ δύο σημείων

Word

απόσταση

/aˈpɔstasi/

imen
η ποσότητα χώρου μεταξύ δύο σημείων
Word

αποτυγχάνω

/apotiŋˈxano/

glag

Να μην πετύχω

Word

αποτυγχάνω

/apotiŋˈxano/

glag
Να μην πετύχω
Word

απόφαση

/aˈpofasi/

imen

Μια επιλογή που γίνεται μετά από σκέψη

Word

απόφαση

/aˈpofasi/

imen
Μια επιλογή που γίνεται μετά από σκέψη
Word

αποφεύγω

/apofeˈvɡo/

glag

να μένω μακριά από κάτι

Word

αποφεύγω

/apofeˈvɡo/

glag
να μένω μακριά από κάτι
Word

απόψε

/ˈapopse/

imen

η νύχτα της σημερινής ημέρας

Word

απόψε

/ˈapopse/

imen
η νύχτα της σημερινής ημέρας
Word

αράχνη

/aˈɾaxni/

imen

Ένα μικρό πλάσμα με οκτώ πόδια που φτιάχνει ιστούς για να πιάνει έντομα.

Word

αράχνη

/aˈɾaxni/

imen
Ένα μικρό πλάσμα με οκτώ πόδια που φτιάχνει ιστούς για να πιάνει έντομα.
Word

αργά

/aɾˈɣa/

prid

Μετά την συνήθη ώρα

Word

αργά

/aɾˈɣa/

prid
Μετά την συνήθη ώρα
Word

αργά

/aɾˈɣa/

pril

με αργό ρυθμό

Word

αργά

/aɾˈɣa/

pril
με αργό ρυθμό
Word

αργότερα

/aˈɾɡoteɾa/

prid

Συμβαίνει μετά από κάποιο χρόνο

Word

αργότερα

/aˈɾɡoteɾa/

prid
Συμβαίνει μετά από κάποιο χρόνο
Word

αριθμός

/arifˈmos/

imen

ένας αριθμός ή ποσό

Word

αριθμός

/arifˈmos/

imen
ένας αριθμός ή ποσό
Word

αριθμώ

/aɾiˈθmo/

glag

να μετρώ ή να δίνω έναν αριθμό

Word

αριθμώ

/aɾiˈθmo/

glag
να μετρώ ή να δίνω έναν αριθμό
Word

αριστερός

/aristeˈros/

prid

Στη πλευρά του σώματος που είναι προς τα δυτικά όταν κοιτάτε βόρεια

Word

αριστερός

/aristeˈros/

prid
Στη πλευρά του σώματος που είναι προς τα δυτικά όταν κοιτάτε βόρεια
Word

αρκετά

/arceˈta/

zamj

όσο χρειάζεται

Word

αρκετά

/arceˈta/

zamj
όσο χρειάζεται
Word

αρκετά

/aɾceˈta/

pril

σε μέτρια υψηλό βαθμό

Word

αρκετά

/aɾceˈta/

pril
σε μέτρια υψηλό βαθμό
Word

αρκετοί

/aɾ.ceˈti/

zamj

περισσότεροι από δύο, αλλά όχι πολλοί

Word

αρκετοί

/aɾ.ceˈti/

zamj
περισσότεροι από δύο, αλλά όχι πολλοί
Word

αρκούδα

/aɾˈkuða/

imen

ένα μεγάλο, βαρύ ζώο με παχύ τρίχωμα

Word

αρκούδα

/aɾˈkuða/

imen
ένα μεγάλο, βαρύ ζώο με παχύ τρίχωμα
Word

αρνούμαι

/arˈnume/

glag

Να λέω όχι σε κάτι

Word

αρνούμαι

/arˈnume/

glag
Να λέω όχι σε κάτι
Word

άρρωστος

/ˈaɾos tos/

prid

δεν αισθάνεται καλά

Word

άρρωστος

/ˈaɾos tos/

prid
δεν αισθάνεται καλά