Testez votre niveau de vocabulaire!
Curieux de connaître vos compétences en vocabulaire de langue étrangère? Faites notre test de vocabulaire maintenant et découvrez votre niveau, de A1 (Débutant) à C2 (Maîtrise)!Liste de Mots pour CEFR - Élargissez Votre Vocabulaire C2 Grec

δικαιολογητός
/ðikaɪoloɣiˈtos/
adjΜπορεί να αποδειχθεί ως σωστός ή λογικός

δικαιολογητός
/ðikaɪoloɣiˈtos/
adj
δικαιολογώ
/ðikaˈjoloɣo/
verbeνα δικαιολογήσω ή να δώσω λόγο για κάτι

δικαιολογώ
/ðikaˈjoloɣo/
verbe
δικτατορία
/ðiktaˈtoɾia/
nomΚυβέρνηση που διοικείται από ένα άτομο με απόλυτη εξουσία

δικτατορία
/ðiktaˈtoɾia/
nom
δικτύωση
/ðikˈtʲi.o.si/
nomΗ πράξη της συνάντησης και της συνομιλίας με ανθρώπους για την ανταλλαγή πληροφοριών

δικτύωση
/ðikˈtʲi.o.si/
nom
διμερής
/ðimeˈris/
adjπου περιλαμβάνει δύο πλευρές

διμερής
/ðimeˈris/
adj
διοικητικός
/ðioikitiˈkos/
adjΣχετικός με τη διαχείριση ή τη διοίκηση

διοικητικός
/ðioikitiˈkos/
adj
διορισμός
/ðiorisˈmos/
nomΗ πράξη επιλογής κάποιου για δουλειά

διορισμός
/ðiorisˈmos/
nom
διπλασιάζω
/ðiplaˈzi.a.zo/
verbeΝα κάνω κάτι διπλάσιο

διπλασιάζω
/ðiplaˈzi.a.zo/
verbe
διπλωματία
/diplomatiˈa/
nomΗ ικανότητα διαχείρισης διεθνών σχέσεων

διπλωματία
/diplomatiˈa/
nom
δίσταγμα
/ˈðistagma/
nomΗ πράξη της αμφιβολίας πριν κάνεις κάτι

δίσταγμα
/ˈðistagma/
nom
δομημένος
/ðo.miˈme.nos/
adjΟργανωμένος με σαφή τρόπο

δομημένος
/ðo.miˈme.nos/
adj
δραστική
/ðɾasˈti.ci/
adjΑκραία και ξαφνική

δραστική
/ðɾasˈti.ci/
adj
δυναστεία
/ðinaˈstia/
nomΜια σειρά ηγετών από την ίδια οικογένεια

δυναστεία
/ðinaˈstia/
nom
δυσπιστία
/ðis.piˈsti.a/
nomΤο συναίσθημα ότι δεν μπορείς να εμπιστευτείς κάποιον ή κάτι

δυσπιστία
/ðis.piˈsti.a/
nom
δώδεκατος
/ˈðoðekatos/
numη θέση του αριθμού 12 σε μια σειρά

δώδεκατος
/ˈðoðekatos/
num
εγγραφή
/eɣraˈfi/
nomΛέξεις που είναι γραμμένες ή σκαλισμένες σε κάτι

εγγραφή
/eɣraˈfi/
nom
εγγραφώ
/eɣraˈfo/
verbeΝα εγγραφώ για να λαμβάνω κάτι τακτικά

εγγραφώ
/eɣraˈfo/
verbe
εγγύτητα
/eɲˈɡitita/
nomΕγγύτητα στον χώρο ή στον χρόνο

εγγύτητα
/eɲˈɡitita/
nom
εγκαίνια
/eɡˈkɛni.a/
verbeνα ξεκινήσω κάτι νέο

εγκαίνια
/eɡˈkɛni.a/
verbe
εγκαίνια
/eɡˈceɲia/
nomΗ πράξη έναρξης κάτι νέου, ειδικά μια επίσημη τελετή

εγκαίνια
/eɡˈceɲia/
nom