Exam

Testez votre niveau de vocabulaire!

Curieux de connaître vos compétences en vocabulaire de langue étrangère? Faites notre test de vocabulaire maintenant et découvrez votre niveau, de A1 (Débutant) à C2 (Maîtrise)!

Liste de Mots pour CEFR - Élargissez Votre Vocabulaire A2 Grec

Image
Mot
Transcription
Signification
Word

χρυσός

/xriˈsos/

nom

Ένα πολύτιμο κίτρινο μέταλλο

Word

χρυσός

/xriˈsos/

nom
Ένα πολύτιμο κίτρινο μέταλλο
Word

χτυπώ

/çtiˈpo/

verbe

Να χτυπήσω κάτι για να κάνω ήχο

Word

χτυπώ

/çtiˈpo/

verbe
Να χτυπήσω κάτι για να κάνω ήχο
Word

χτυπώ

/çtiˈpo/

verbe

Να χτυπήσεις κάτι

Word

χτυπώ

/çtiˈpo/

verbe
Να χτυπήσεις κάτι
Word

χτυπώ

/xtiˈpo/

verbe

χτυπώ επανειλημμένα

Word

χτυπώ

/xtiˈpo/

verbe
χτυπώ επανειλημμένα
Word

χωριό

/xoˈɾio/

nom

Μικρή κοινότητα ή ομάδα σπιτιών σε αγροτική περιοχή

Word

χωριό

/xoˈɾio/

nom
Μικρή κοινότητα ή ομάδα σπιτιών σε αγροτική περιοχή
Word

χωρισμένος

/xorisménos/

adj

δεν είναι παντρεμένος

Word

χωρισμένος

/xorisménos/

adj
δεν είναι παντρεμένος
Word

χωριστός

/xoristós/

adj

όχι συνδεδεμένος

Word

χωριστός

/xoristós/

adj
όχι συνδεδεμένος
Word

ψάρεμα

/ˈpsarema/

nom

Η δραστηριότητα του να πιάνεις ψάρια

Word

ψάρεμα

/ˈpsarema/

nom
Η δραστηριότητα του να πιάνεις ψάρια
Word

ψάρεμα

/ˈpsarema/

verbe

Να πιάνεις ψάρια

Word

ψάρεμα

/ˈpsarema/

verbe
Να πιάνεις ψάρια
Word

ψάχνω

/ˈpsaxno/

verbe

να αναζητώ κάτι

Word

ψάχνω

/ˈpsaxno/

verbe
να αναζητώ κάτι
Word

ψηλά

/psiˈla/

adv

Σε μεγάλη ύψωση

Word

ψηλά

/psiˈla/

adv
Σε μεγάλη ύψωση
Word

ψηφιακός

/ˈpsifi.a.kos/

adj

Σχετικός με υπολογιστές ή τεχνολογία

Word

ψηφιακός

/ˈpsifi.a.kos/

adj
Σχετικός με υπολογιστές ή τεχνολογία
Word

ψυγείο

/siˈʝio/

nom

Μηχάνημα για να κρατάει το φαγητό κρύο

Word

ψυγείο

/siˈʝio/

nom
Μηχάνημα για να κρατάει το φαγητό κρύο
Word

ψωνίζω

/psoˈnizo/

verbe

Να αγοράζω πράγματα από καταστήματα

Word

ψωνίζω

/psoˈnizo/

verbe
Να αγοράζω πράγματα από καταστήματα
Word

ώμος

/ˈomos/

nom

Το μέρος του σώματος όπου συνδέεται το χέρι

Word

ώμος

/ˈomos/

nom
Το μέρος του σώματος όπου συνδέεται το χέρι
Word

ως

/os/

conjonct

χρησιμοποιείται για σύγκριση

Word

ως

/os/

conjonct
χρησιμοποιείται για σύγκριση