Exam

Testaa sanavarastosi taso!

Oletko utelias vieraan kielen sanavarastosi taidoista? Tee sanastotestimme nyt ja selvitä tasosi, A1 (Aloittelija) - C2 (Mestari)!

Sanaluettelo CEFR-tasolle - Laajenna Sanavarastoasi B1 Kreikka

Kuva
Sana
Transkriptio
Merkitys
Word

τρομάζω

/troˈmazo/

verbi

να κάνω κάποιον να φοβηθεί

Word

τρομάζω

/troˈmazo/

verbi
να κάνω κάποιον να φοβηθεί
Word

τρομακτικός

/tɾomaktikós/

adj

Προκαλεί φόβο

Word

τρομακτικός

/tɾomaktikós/

adj
Προκαλεί φόβο
Word

τρόμος

/ˈtɾomos/

subst

Ένα δυνατό συναίσθημα φόβου

Word

τρόμος

/ˈtɾomos/

subst
Ένα δυνατό συναίσθημα φόβου
Word

τύμπανο

/ˈtimbano/

subst

Ένα μουσικό όργανο που χτυπάς

Word

τύμπανο

/ˈtimbano/

subst
Ένα μουσικό όργανο που χτυπάς
Word

τυπικά

/tipiˈka/

adv

Με συνηθισμένο τρόπο

Word

τυπικά

/tipiˈka/

adv
Με συνηθισμένο τρόπο
Word

τύπος

/ˈtipos/

subst

Εφημερίδες και ειδήσεις

Word

τύπος

/ˈtipos/

subst
Εφημερίδες και ειδήσεις
Word

τυφώνας

/tiˈfɔ.nas/

subst

Μια βίαιη καταιγίδα με πολύ δυνατούς ανέμους

Word

τυφώνας

/tiˈfɔ.nas/

subst
Μια βίαιη καταιγίδα με πολύ δυνατούς ανέμους
Word

τώρα

/ˈtora/

adv

σε αυτή τη στιγμή

Word

τώρα

/ˈtora/

adv
σε αυτή τη στιγμή
Word

τώρα

/ˈtora/

konj

Αυτή τη στιγμή

Word

τώρα

/ˈtora/

konj
Αυτή τη στιγμή
Word

υγρό

/iɣˈro/

subst

Μια ουσία που ρέει ελεύθερα και δεν είναι στερεή

Word

υγρό

/iɣˈro/

subst
Μια ουσία που ρέει ελεύθερα και δεν είναι στερεή
Word

υπαίθριος

/ipeˈθri.os/

adj

Συμβαίνει έξω

Word

υπαίθριος

/ipeˈθri.os/

adj
Συμβαίνει έξω
Word

υπαιθρος

/ipeθros/

subst

γη έξω από τις πόλεις

Word

υπαιθρος

/ipeθros/

subst
γη έξω από τις πόλεις
Word

υπενθυμίζω

/ipenthɪˈmizo/

verbi

να κάνω κάποιον να θυμηθεί κάτι

Word

υπενθυμίζω

/ipenthɪˈmizo/

verbi
να κάνω κάποιον να θυμηθεί κάτι
Word

υπεύθυνος

/ipefˈθinos/

adj

Έχει καθήκον να φροντίζει κάτι ή κάποιον

Word

υπεύθυνος

/ipefˈθinos/

adj
Έχει καθήκον να φροντίζει κάτι ή κάποιον
Word

υπηρέτης

/ipaˈɾetis/

subst

άτομο που εργάζεται για κάποιον άλλο

Word

υπηρέτης

/ipaˈɾetis/

subst
άτομο που εργάζεται για κάποιον άλλο
Word

υπόγειος

/iˈpoʝeos/

adv

Κάτω από την επιφάνεια του εδάφους

Word

υπόγειος

/iˈpoʝeos/

adv
Κάτω από την επιφάνεια του εδάφους
Word

υπογράφω

/ipɔˈɣrafɔ/

verbi

Να γράψω το όνομά μου σε κάτι

Word

υπογράφω

/ipɔˈɣrafɔ/

verbi
Να γράψω το όνομά μου σε κάτι
Word

υποδεικνύω

/ipoðinˈi.o/

verbi

Να δείξω κάτι

Word

υποδεικνύω

/ipoðinˈi.o/

verbi
Να δείξω κάτι
Word

υποστηρικτής

/ipostiriktis/

subst

άτομο που υποστηρίζει κάποιον ή κάτι

Word

υποστηρικτής

/ipostiriktis/

subst
άτομο που υποστηρίζει κάποιον ή κάτι
Word

υποστήριξη

/ipostí̱ri̱xi̱/

subst

βοήθεια ή υποστήριξη

Word

υποστήριξη

/ipostí̱ri̱xi̱/

subst
βοήθεια ή υποστήριξη