Exam

Testaa sanavarastosi taso!

Oletko utelias vieraan kielen sanavarastosi taidoista? Tee sanastotestimme nyt ja selvitä tasosi, A1 (Aloittelija) - C2 (Mestari)!

Sanaluettelo CEFR-tasolle - Laajenna Sanavarastoasi A1 Kreikka

Kuva
Sana
Transkriptio
Merkitys
Word

γράμμα

/ˈɡrama/

subst

Ένα γραπτό ή τυπωμένο μήνυμα

Word

γράμμα

/ˈɡrama/

subst
Ένα γραπτό ή τυπωμένο μήνυμα
Word

γραμμή

/ɡraˈmi/

subst

Μια μακριά, λεπτή γραμμή ή λωρίδα

Word

γραμμή

/ɡraˈmi/

subst
Μια μακριά, λεπτή γραμμή ή λωρίδα
Word

γραφείο

/ɡraˈf.e.o/

subst

Ένας χώρος όπου οι άνθρωποι εργάζονται, συνήθως με γραφεία και υπολογιστές

Word

γραφείο

/ɡraˈf.e.o/

subst
Ένας χώρος όπου οι άνθρωποι εργάζονται, συνήθως με γραφεία και υπολογιστές
Word

γραφείο

/ɡraˈf.e.o/

subst

Έπιπλο με επίπεδη επιφάνεια για εργασία

Word

γραφείο

/ɡraˈf.e.o/

subst
Έπιπλο με επίπεδη επιφάνεια για εργασία
Word

γραφή

/ɣraˈfi/

subst

Η δραστηριότητα δημιουργίας κειμένου

Word

γραφή

/ɣraˈfi/

subst
Η δραστηριότητα δημιουργίας κειμένου
Word

γράφω

/ˈɣrafɔ/

verbi

Να σχηματίζω γράμματα ή λέξεις σε μια επιφάνεια

Word

γράφω

/ˈɣrafɔ/

verbi
Να σχηματίζω γράμματα ή λέξεις σε μια επιφάνεια
Word

γρήγορα

/ˈɣri.ɣo.ra/

adv

Γρήγορα

Word

γρήγορα

/ˈɣri.ɣo.ra/

adv
Γρήγορα
Word

γρήγορα

/ˈɣriɣora/

adv

Με γρήγορη ταχύτητα

Word

γρήγορα

/ˈɣriɣora/

adv
Με γρήγορη ταχύτητα
Word

γρήγορος

/ˈɣriɣoros/

adj

Συμβαίνει ή γίνεται με μεγάλη ταχύτητα

Word

γρήγορος

/ˈɣriɣoros/

adj
Συμβαίνει ή γίνεται με μεγάλη ταχύτητα
Word

γυαλί

/ʝaˈli/

subst

Ένα σκληρό, διαφανές υλικό

Word

γυαλί

/ʝaˈli/

subst
Ένα σκληρό, διαφανές υλικό
Word

γυμναστήριο

/ʝimnasˈtirio/

subst

χώρος με εξοπλισμό για άσκηση

Word

γυμναστήριο

/ʝimnasˈtirio/

subst
χώρος με εξοπλισμό για άσκηση
Word

γυναίκα

/ʝiˈneka/

subst

Ενήλικη γυναίκα

Word

γυναίκα

/ʝiˈneka/

subst
Ενήλικη γυναίκα
Word

γύρω

/ˈʝi.ɾo/

adv

σε κύκλο ή γύρω από κάτι

Word

γύρω

/ˈʝi.ɾo/

adv
σε κύκλο ή γύρω από κάτι
Word

δάσκαλος

/ˈðaskalos/

subst

Άτομο που διδάσκει άλλους

Word

δάσκαλος

/ˈðaskalos/

subst
Άτομο που διδάσκει άλλους
Word

δείπνο

/ˈðipno/

subst

Το κύριο γεύμα της ημέρας, συνήθως το βράδυ

Word

δείπνο

/ˈðipno/

subst
Το κύριο γεύμα της ημέρας, συνήθως το βράδυ
Word

δείχνω

/ˈðixno/

verbi

Να εμφανίσω ή να παρουσιάσω κάτι.

Word

δείχνω

/ˈðixno/

verbi
Να εμφανίσω ή να παρουσιάσω κάτι.
Word

δέκα

/ˈðeka/

num

ο αριθμός μετά το εννέα και πριν το έντεκα

Word

δέκα

/ˈðeka/

num
ο αριθμός μετά το εννέα και πριν το έντεκα
Word

δεκαεννέα

/ðekaˈenːea/

num

Ο αριθμός μετά το δεκαοκτώ και πριν το είκοσι

Word

δεκαεννέα

/ðekaˈenːea/

num
Ο αριθμός μετά το δεκαοκτώ και πριν το είκοσι
Word

δεκαέξι

/ðekaˈeksi/

num

Ο αριθμός 16

Word

δεκαέξι

/ðekaˈeksi/

num
Ο αριθμός 16
Word

δεκαεπτά

/ðe.kæ.eˈp.tɑ/

num

Ο αριθμός 17

Word

δεκαεπτά

/ðe.kæ.eˈp.tɑ/

num
Ο αριθμός 17