Exam

Testi oma sõnavara taset!

Oled uudishimulik oma võõrkeele sõnavaraoskuste suhtes? Tee meie sõnavaratest kohe ja avasta oma tase, alates A1 (Algaja) kuni C2 (Valdamine)!

Sõnastik CEFR-i jaoks - Laiendage Oma Sõnavara It-and-software-development Kreeka

Pilt
Sõna
Transkriptsioon
Tähendus
Word

επαυξημένη πραγματικότητα

/epafksiˈmeni praɣmatiˈkotita/

subst

Μια τεχνολογία που προσθέτει ψηφιακές εικόνες στον πραγματικό κόσμο

Word

επαυξημένη πραγματικότητα

/epafksiˈmeni praɣmatiˈkotita/

subst
Μια τεχνολογία που προσθέτει ψηφιακές εικόνες στον πραγματικό κόσμο
Word

επιβλεπόμενη μάθηση

/epivleˈpomeni ˈmaθisi/

subst

Μια μορφή μηχανικής μάθησης με επισημασμένα δεδομένα

Word

επιβλεπόμενη μάθηση

/epivleˈpomeni ˈmaθisi/

subst
Μια μορφή μηχανικής μάθησης με επισημασμένα δεδομένα
Word

επιστήμονας δεδομένων

/epistímona̱s ðeðe̱mɛ́no̱n/

subst

Άτομο που αναλύει δεδομένα για να βοηθήσει στη λήψη αποφάσεων

Word

επιστήμονας δεδομένων

/epistímona̱s ðeðe̱mɛ́no̱n/

subst
Άτομο που αναλύει δεδομένα για να βοηθήσει στη λήψη αποφάσεων
Word

επιχειρηματική ευφυΐα

/epixirimaˈtiki evfiˈia/

subst

Εργαλεία που βοηθούν τις επιχειρήσεις να αναλύουν δεδομένα

Word

επιχειρηματική ευφυΐα

/epixirimaˈtiki evfiˈia/

subst
Εργαλεία που βοηθούν τις επιχειρήσεις να αναλύουν δεδομένα
Word

εργαλεία παρακολούθησης

/eɾɣaˈli.a paɾa.koˈluθi.si/

subst

Λογισμικό που ελέγχει την απόδοση των συστημάτων

Word

εργαλεία παρακολούθησης

/eɾɣaˈli.a paɾa.koˈluθi.si/

subst
Λογισμικό που ελέγχει την απόδοση των συστημάτων
Word

ευέλικτη ανάπτυξη

/eˈvelikti aˈnaptiksi/

subst

Μέθοδος γρήγορης και ευέλικτης ανάπτυξης λογισμικού

Word

ευέλικτη ανάπτυξη

/eˈvelikti aˈnaptiksi/

subst
Μέθοδος γρήγορης και ευέλικτης ανάπτυξης λογισμικού
Word

ευρετηρίαση

/evretiˈri̱si/

subst

Η διαδικασία οργάνωσης δεδομένων για γρήγορη πρόσβαση

Word

ευρετηρίαση

/evretiˈri̱si/

subst
Η διαδικασία οργάνωσης δεδομένων για γρήγορη πρόσβαση
Word

ευριστική αξιολόγηση

/evriˈstiki akziˈloɣisi/

subst

Μέθοδος για την εύρεση προβλημάτων σε μια διεπαφή χρήστη

Word

ευριστική αξιολόγηση

/evriˈstiki akziˈloɣisi/

subst
Μέθοδος για την εύρεση προβλημάτων σε μια διεπαφή χρήστη
Word

εύρος ζώνης

/ˈefros ˈzo.nis/

subst

Η ποσότητα δεδομένων που μπορεί να σταλεί μέσω ενός δικτύου σε δεδομένο χρόνο

Word

εύρος ζώνης

/ˈefros ˈzo.nis/

subst
Η ποσότητα δεδομένων που μπορεί να σταλεί μέσω ενός δικτύου σε δεδομένο χρόνο
Word

εφαρμογές cloud-native

/efarmoˈɣes klawdˈneɪtɪv/

subst

Εφαρμογές σχεδιασμένες να λειτουργούν στο cloud

Word

εφαρμογές cloud-native

/efarmoˈɣes klawdˈneɪtɪv/

subst
Εφαρμογές σχεδιασμένες να λειτουργούν στο cloud
Word

ζευγαρωμένος προγραμματισμός

/ˈzefɣaɾoˈme̞nos pɾoɣɾamaˈtismɔs/

subst

Μια πρακτική όπου δύο προγραμματιστές εργάζονται μαζί

Word

ζευγαρωμένος προγραμματισμός

/ˈzefɣaɾoˈme̞nos pɾoɣɾamaˈtismɔs/

subst
Μια πρακτική όπου δύο προγραμματιστές εργάζονται μαζί
Word

ηθική hacking

/iθiˈki ˈhækɪŋ/

subst

Η πρακτική δοκιμής ενός συστήματος για ασφάλεια με νόμινη παραβίαση

Word

ηθική hacking

/iθiˈki ˈhækɪŋ/

subst
Η πρακτική δοκιμής ενός συστήματος για ασφάλεια με νόμινη παραβίαση
Word

ηθική της τεχνητής νοημοσύνης

/iθiˈki tis teχniˈtis neimoˈsi̱nis/

subst

Μελέτη ηθικών ζητημάτων που σχετίζονται με την ΤΝ

Word

ηθική της τεχνητής νοημοσύνης

/iθiˈki tis teχniˈtis neimoˈsi̱nis/

subst
Μελέτη ηθικών ζητημάτων που σχετίζονται με την ΤΝ
Word

θύρες

/ˈθires/

subst

Συνδέσεις για ροή δεδομένων

Word

θύρες

/ˈθires/

subst
Συνδέσεις για ροή δεδομένων
Word

ιδιοκτήτης προϊόντος

/ði.oˈkti.tis pɾoˈi.ɔ.ntos/

subst

Άτομο που καθορίζει τα χαρακτηριστικά ενός προϊόντος

Word

ιδιοκτήτης προϊόντος

/ði.oˈkti.tis pɾoˈi.ɔ.ntos/

subst
Άτομο που καθορίζει τα χαρακτηριστικά ενός προϊόντος
Word

Ιδιότητες ACID

/iðiˈotɛs ˈa.siδ/

subst

Σύνολο κανόνων για αξιόπιστες συναλλαγές βάσεων δεδομένων

Word

Ιδιότητες ACID

/iðiˈotɛs ˈa.siδ/

subst
Σύνολο κανόνων για αξιόπιστες συναλλαγές βάσεων δεδομένων
Word

ιδιωτικό σύννεφο

/iðjotiˈko ˈsinnefo/

subst

Ένα σύννεφο για μία οργάνωση

Word

ιδιωτικό σύννεφο

/iðjotiˈko ˈsinnefo/

subst
Ένα σύννεφο για μία οργάνωση
Word

ισοσταθμιστής φόρτου

/isostatmiˈstis ˈfoɾtu/

subst

Ένα εργαλείο που διανέμει την κυκλοφορία δικτύου σε πολλούς διακομιστές

Word

ισοσταθμιστής φόρτου

/isostatmiˈstis ˈfoɾtu/

subst
Ένα εργαλείο που διανέμει την κυκλοφορία δικτύου σε πολλούς διακομιστές
Word

καθυστέρηση

/kaθiˈsteɾisi/

subst

Η καθυστέρηση πριν από την έναρξη της μεταφοράς δεδομένων

Word

καθυστέρηση

/kaθiˈsteɾisi/

subst
Η καθυστέρηση πριν από την έναρξη της μεταφοράς δεδομένων
Word

κακόβουλο λογισμικό

/kaˈkɔvulo loɣisˈmiɣo/

subst

Κακόβουλο λογισμικό που κλειδώνει αρχεία και ζητάει χρήματα για να τα ξεκλειδώσει.

Word

κακόβουλο λογισμικό

/kaˈkɔvulo loɣisˈmiɣo/

subst
Κακόβουλο λογισμικό που κλειδώνει αρχεία και ζητάει χρήματα για να τα ξεκλειδώσει.