Exam

Testi oma sõnavara taset!

Oled uudishimulik oma võõrkeele sõnavaraoskuste suhtes? Tee meie sõnavaratest kohe ja avasta oma tase, alates A1 (Algaja) kuni C2 (Valdamine)!

Sõnastik CEFR-i jaoks - Laiendage Oma Sõnavara C1 Kreeka

Pilt
Sõna
Transkriptsioon
Tähendus
Word

αντίστοιχος

/anˈtistoixos/

adj

που ανήκει σε καθένα

Word

αντίστοιχος

/anˈtistoixos/

adj
που ανήκει σε καθένα
Word

αντίστοιχος

/anˈtistoixos/

subst

ένα άτομο ή πράγμα που έχει την ίδια εργασία ή σκοπό με ένα άλλο

Word

αντίστοιχος

/anˈtistoixos/

subst
ένα άτομο ή πράγμα που έχει την ίδια εργασία ή σκοπό με ένα άλλο
Word

αντιστοιχώ

/andistihˈxo/

verb

Να είναι παρόμοιο ή να ταιριάζει

Word

αντιστοιχώ

/andistihˈxo/

verb
Να είναι παρόμοιο ή να ταιριάζει
Word

αντιστροφή

/andistrɔˈfi/

verb

να αλλάξεις κάτι σε αντίθετο

Word

αντιστροφή

/andistrɔˈfi/

verb
να αλλάξεις κάτι σε αντίθετο
Word

αντισυνταγματικός

/andiˈsindagmaˈtikos/

adj

Δεν επιτρέπεται από το σύνταγμα

Word

αντισυνταγματικός

/andiˈsindagmaˈtikos/

adj
Δεν επιτρέπεται από το σύνταγμα
Word

αντιτίθεμαι

/andiˈtiθeme/

verb

να αρνηθώ να υπακούσω

Word

αντιτίθεμαι

/andiˈtiθeme/

verb
να αρνηθώ να υπακούσω
Word

αντίφαση

/anˈtifa.si/

subst

Μια κατάσταση όπου δύο πράγματα είναι αντίθετα ή πολύ διαφορετικά

Word

αντίφαση

/anˈtifa.si/

subst
Μια κατάσταση όπου δύο πράγματα είναι αντίθετα ή πολύ διαφορετικά
Word

αντλία

/anˈdli.a/

verb

Συσκευή για μετακίνηση υγρών ή αερίων

Word

αντλία

/anˈdli.a/

verb
Συσκευή για μετακίνηση υγρών ή αερίων
Word

ανώνυμος

/aˈnonimos/

adj

Μη γνωστός με όνομα

Word

ανώνυμος

/aˈnonimos/

adj
Μη γνωστός με όνομα
Word

ανώτατος

/aˈnɔ.tas/

adj

ο υψηλότερος σε βαθμό ή εξουσία

Word

ανώτατος

/aˈnɔ.tas/

adj
ο υψηλότερος σε βαθμό ή εξουσία
Word

ανώτερος

/aˈnɔ.te.ros/

adj

καλύτερος ή υψηλότερος από τους άλλους

Word

ανώτερος

/aˈnɔ.te.ros/

adj
καλύτερος ή υψηλότερος από τους άλλους
Word

αξία

/akˈsi.a/

subst

καλή ποιότητα που αξίζει επαίνους

Word

αξία

/akˈsi.a/

subst
καλή ποιότητα που αξίζει επαίνους
Word

άξιο

/ˈaksio/

adj

Αξίζει τον χρόνο ή την προσπάθεια

Word

άξιο

/ˈaksio/

adj
Αξίζει τον χρόνο ή την προσπάθεια
Word

αξιοπιστία

/aksiopistía/

subst

ποιότητα να είσαι αξιόπιστος

Word

αξιοπιστία

/aksiopistía/

subst
ποιότητα να είσαι αξιόπιστος
Word

αξιοπιστία

/aksiopistía/

subst

η ποιότητα του να είσαι αξιόπιστος

Word

αξιοπιστία

/aksiopistía/

subst
η ποιότητα του να είσαι αξιόπιστος
Word

αξιοπρέπεια

/aksiopˈre̞pja/

subst

Ποιότητα που αξίζει σεβασμό

Word

αξιοπρέπεια

/aksiopˈre̞pja/

subst
Ποιότητα που αξίζει σεβασμό
Word

άξιος

/ˈaksios/

adj

Αξίζει σεβασμό ή προσοχή

Word

άξιος

/ˈaksios/

adj
Αξίζει σεβασμό ή προσοχή
Word

αόρατος

/aˈoɾatos/

adj

δεν μπορεί να ειδωθεί

Word

αόρατος

/aˈoɾatos/

adj
δεν μπορεί να ειδωθεί
Word

αόριστος

/aˈoris tos/

adj

όχι σαφής ή συγκεκριμένος

Word

αόριστος

/aˈoris tos/

adj
όχι σαφής ή συγκεκριμένος
Word

απαγωγή

/ap.a.ɣoˈʝi/

verb

Να πάρεις κάποιον παράνομα

Word

απαγωγή

/ap.a.ɣoˈʝi/

verb
Να πάρεις κάποιον παράνομα