¡Pruebe su nivel de vocabulario!
¿Curioso sobre tus habilidades de vocabulario en un idioma extranjero? ¡Haz nuestro Test de Vocabulario ahora y descubre tu nivel, desde A1 (Principiante) hasta C2 (Dominio)!Lista de Palabras para CEFR - Amplía tu Vocabulario en Finance-and-accounting Griego

ETF (διαπραγματεύσιμα αμοιβαία κεφάλαια)
/ɛt ɛf/
sustΕπενδυτικά κεφάλαια που διαπραγματεύονται σε χρηματιστήρια

ETF (διαπραγματεύσιμα αμοιβαία κεφάλαια)
/ɛt ɛf/
sust
IPO (Αρχική Δημόσια Προσφορά)
/iˈpo/
sustΗ πρώτη φορά που μια εταιρεία πουλά τις μετοχές της στο κοινό

IPO (Αρχική Δημόσια Προσφορά)
/iˈpo/
sust
KYC (Γνωρίστε τον πελάτη σας)
/ɣnoˈristɛ ton peˈlati sas/
sustΔιαδικασία για την επαλήθευση της ταυτότητας των πελατών

KYC (Γνωρίστε τον πελάτη σας)
/ɣnoˈristɛ ton peˈlati sas/
sust
pro forma καταστάσεις
/pro ˈfɔr.ma ka.taˈsta.sis/
sustΧρηματοοικονομικές αναφορές που δείχνουν αναμενόμενα αποτελέσματα

pro forma καταστάσεις
/pro ˈfɔr.ma ka.taˈsta.sis/
sust
ROE
/roʊ/
sustΈνα μέτρο κερδοφορίας μιας εταιρείας σε σχέση με τα ίδια κεφάλαιά της

ROE
/roʊ/
sust
ROI (Απόδοση επένδυσης)
/aˈpoðosi eˈpenðisis/
sustΤρόπος να δεις πόσα κέρδη έχεις από μια επένδυση

ROI (Απόδοση επένδυσης)
/aˈpoðosi eˈpenðisis/
sust
SOX (Νόμος Σαραμπέινς-Οξλί)
/sɔks/
sustΝόμος για την προστασία των επενδυτών

SOX (Νόμος Σαραμπέινς-Οξλί)
/sɔks/
sust
WACC (Σταθμισμένο μέσο κόστος κεφαλαίου)
/væk/
sustΟ μέσος ρυθμός που πληρώνει μια εταιρεία στους επενδυτές της

WACC (Σταθμισμένο μέσο κόστος κεφαλαίου)
/væk/
sust
Wave Accounting
/veɪv əˈkaʊntɪŋ/
sustΜια μορφή διαδικτυακού λογισμικού λογιστικής για μικρές επιχειρήσεις

Wave Accounting
/veɪv əˈkaʊntɪŋ/
sust
αγοραπωλησία με μόχλευση (LBO)
/aɣoraˈpoli̯sia me ˈmoχlevsi/
sustΑγορά μιας εταιρείας με δανεικά χρήματα

αγοραπωλησία με μόχλευση (LBO)
/aɣoraˈpoli̯sia me ˈmoχlevsi/
sust
αγοραστική δύναμη
/aɣoraˈstiki ˈðini/
sustΗ ικανότητα να αγοράζεις πράγματα με χρήματα

αγοραστική δύναμη
/aɣoraˈstiki ˈðini/
sust
αδιανέμητα κέρδη
/aðjaˈnɛmita ˈkɛrði/
sustΤο μέρος των κερδών μιας εταιρείας που διατηρείται για μελλοντική χρήση

αδιανέμητα κέρδη
/aðjaˈnɛmita ˈkɛrði/
sust
ΑΕΠ (Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν)
/aˈep/
sustΗ συνολική αξία όλων των αγαθών και υπηρεσιών που παράγονται σε μια χώρα

ΑΕΠ (Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν)
/aˈep/
sust
αισιόδοξος
/eˈsiodoxos/
adjΝιώθει θετικά για το μέλλον της αγοράς

αισιόδοξος
/eˈsiodoxos/
adj
άμεσες δαπάνες
/ˈame̱ses ðaˈpanes/
sustΈξοδα που μπορούν να συνδεθούν με ένα συγκεκριμένο προϊόν ή υπηρεσία

άμεσες δαπάνες
/ˈame̱ses ðaˈpanes/
sust
άμεση κατάθεση
/ˈame̞si kaˈðaðesi/
sustΗλεκτρονική μεταφορά χρημάτων σε τραπεζικό λογαριασμό

άμεση κατάθεση
/ˈame̞si kaˈðaðesi/
sust
αμοιβαία κεφάλαια
/amiˈve.a keˈfa.le.a/
sustΕπενδυτικά προγράμματα στα οποία οι άνθρωποι αγοράζουν μερίδια

αμοιβαία κεφάλαια
/amiˈve.a keˈfa.le.a/
sust
αναβαλλόμενος φόρος
/anavaloˈmenos ˈforos/
sustΈνας φόρος που οφείλεται αλλά δεν έχει πληρωθεί ακόμα

αναβαλλόμενος φόρος
/anavaloˈmenos ˈforos/
sust
αναγνώριση εσόδων
/anagnó̱risi esó̱don/
sustΗ διαδικασία καταγραφής των εσόδων που κερδίζει μια επιχείρηση

αναγνώριση εσόδων
/anagnó̱risi esó̱don/
sust
ανάκτηση μετά από καταστροφή
/anˈak.ti.si meˈta aˈpo ka.ta.stroˈfi/
sustΣχέδια για την αποκατάσταση συστημάτων μετά από καταστροφή

ανάκτηση μετά από καταστροφή
/anˈak.ti.si meˈta aˈpo ka.ta.stroˈfi/
sust