Exam

¡Pruebe su nivel de vocabulario!

¿Curioso sobre tus habilidades de vocabulario en un idioma extranjero? ¡Haz nuestro Test de Vocabulario ahora y descubre tu nivel, desde A1 (Principiante) hasta C2 (Dominio)!

Lista de Palabras para CEFR - Amplía tu Vocabulario en A2 Griego

Imagen
Palabra
Transcripción
Significado
Word

αγάπη

/aˈɣapi/

sust

Ένα δυνατό συναίσθημα αγάπης

Word

αγάπη

/aˈɣapi/

sust
Ένα δυνατό συναίσθημα αγάπης
Word

αγαπημένος

/aɣapiˈmenos/

sust

Άτομο ή πράγμα που αγαπάται περισσότερο

Word

αγαπημένος

/aɣapiˈmenos/

sust
Άτομο ή πράγμα που αγαπάται περισσότερο
Word

αγγίζω

/aˈɡizo/

verbo

Βάζω το χέρι σε κάτι

Word

αγγίζω

/aˈɡizo/

verbo
Βάζω το χέρι σε κάτι
Word

αγενής

/aʝeˈnis/

adj

Όχι ευγενής

Word

αγενής

/aʝeˈnis/

adj
Όχι ευγενής
Word

άγριος

/ˈaɣri.os/

adj

Ζει στη φύση, όχι ελεγχόμενος

Word

άγριος

/ˈaɣri.os/

adj
Ζει στη φύση, όχι ελεγχόμενος
Word

αγροκτήμα

/aɣroˈktima/

verbo

Χώρος για καλλιέργεια φυτών ή εκτροφή ζώων

Word

αγροκτήμα

/aɣroˈktima/

verbo
Χώρος για καλλιέργεια φυτών ή εκτροφή ζώων
Word

αγωνίζομαι

/aɣoˈnizome/

verbo

Να συμμετέχω σε αγώνα

Word

αγωνίζομαι

/aɣoˈnizome/

verbo
Να συμμετέχω σε αγώνα
Word

άδεια

/ˈaðia/

sust

Η πράξη να επιτρέπεις σε κάποιον να κάνει κάτι

Word

άδεια

/ˈaðia/

sust
Η πράξη να επιτρέπεις σε κάποιον να κάνει κάτι
Word

άδειος

/ˈaðeos/

adj

Περιέχει τίποτα

Word

άδειος

/ˈaðeos/

adj
Περιέχει τίποτα
Word

αδύναμος

/aˈðinamos/

adj

χωρίς δύναμη

Word

αδύναμος

/aˈðinamos/

adj
χωρίς δύναμη
Word

αδύνατος

/aˈðinatos/

adj

δεν μπορεί να συμβεί

Word

αδύνατος

/aˈðinatos/

adj
δεν μπορεί να συμβεί
Word

αέριο

/ˈa.e.ri.o/

sust

Μια ουσία όπως ο αέρας που χρησιμοποιείται ως καύσιμο

Word

αέριο

/ˈa.e.ri.o/

sust
Μια ουσία όπως ο αέρας που χρησιμοποιείται ως καύσιμο
Word

αεροπορική εταιρεία

/aeroporiˈki etɛˈri.a/

sust

εταιρεία που προσφέρει πτήσεις

Word

αεροπορική εταιρεία

/aeroporiˈki etɛˈri.a/

sust
εταιρεία που προσφέρει πτήσεις
Word

αθλητής

/aθliˈtis/

sust

άτομο που είναι καλό στον αθλητισμό

Word

αθλητής

/aθliˈtis/

sust
άτομο που είναι καλό στον αθλητισμό
Word

αθλητικά

/aθlitiká/

sust

Ένα είδος παπουτσιού για σπορ ή casual

Word

αθλητικά

/aθlitiká/

sust
Ένα είδος παπουτσιού για σπορ ή casual
Word

αίθουσα

/ˈeθusa/

sust

Μεγάλος χώρος για συναντήσεις

Word

αίθουσα

/ˈeθusa/

sust
Μεγάλος χώρος για συναντήσεις
Word

αίμα

/ˈema/

sust

το κόκκινο υγρό στο σώμα

Word

αίμα

/ˈema/

sust
το κόκκινο υγρό στο σώμα
Word

αίσθηση

/ˈe̞sθisi/

sust

Τρόπος κατανόησης ή αίσθησης κάτι

Word

αίσθηση

/ˈe̞sθisi/

sust
Τρόπος κατανόησης ή αίσθησης κάτι
Word

αίτημα

/ˈetima/

sust

Πράξη ζητήματος κάτι

Word

αίτημα

/ˈetima/

sust
Πράξη ζητήματος κάτι
Word

αιτία

/eˈitia/

sust

Ένας λόγος για κάτι που συμβαίνει

Word

αιτία

/eˈitia/

sust
Ένας λόγος για κάτι που συμβαίνει