Testu Vian Vortprovizonivelon!
Scivolema pri viaj fremdlingvaj vortprovizokapabloj? Faru nian Vortprovizoteston nun kaj malkovru vian nivelon, de A1 (Komencanto) ĝis C2 (Majstreco)!Vortlisto por CEFR - Pligrandigu Vian Vortprovizon C1 Greka

franchise
/franˈtʃiz/
substδικαίωμα να πωλείς προϊόντα ή υπηρεσίες μιας εταιρείας σε μια συγκεκριμένη περιοχή

franchise
/franˈtʃiz/
subst
manipulátion
/manipulaˈt͡sion/
substΗ πράξη ελέγχου ή επιρροής κάποιου ή κάτι με έξυπνο τρόπο

manipulátion
/manipulaˈt͡sion/
subst
obsession
/obsˈɛsɪon/
substκατάσταση υπερβολικής εστίασης σε κάτι

obsession
/obsˈɛsɪon/
subst
obsession
/obsɛˈsjon/
verboνα σκέφτεσαι κάτι συνέχεια

obsession
/obsɛˈsjon/
verbo
prestigious
/prɛsˈtiʒəs/
adjμε υψηλή φήμη

prestigious
/prɛsˈtiʒəs/
adj
αγανάκτηση
/aɣaˈnaɪktisi/
substΈνα δυνατό συναίσθημα θυμού

αγανάκτηση
/aɣaˈnaɪktisi/
subst
αγάπη
/aˈɣapi/
substΈνα συναίσθημα στοργής ή αγάπης

αγάπη
/aˈɣapi/
subst
αγαπημένος
/aɣapiménos/
adjπολύ αγαπητός

αγαπημένος
/aɣapiménos/
adj
άγγελος
/ˈaɲɡelos/
substΠνευματική οντότητα που βοηθά ή καθοδηγεί τους ανθρώπους

άγγελος
/ˈaɲɡelos/
subst
άγιος
/ˈaʝios/
substΆτομο που αναγνωρίζεται για την αγιότητά του

άγιος
/ˈaʝios/
subst
άγκυρα
/ˈaɲ.ɡi.ra/
substΈνα βαρύ αντικείμενο που χρησιμοποιείται για να κρατήσει ένα πλοίο στη θέση του

άγκυρα
/ˈaɲ.ɡi.ra/
subst
άγνοια
/ˈaɣ.ni.a/
substΈλλειψη γνώσης

άγνοια
/ˈaɣ.ni.a/
subst
αγορά
/aɣoˈra/
verboΝα αγοράσω κάτι

αγορά
/aɣoˈra/
verbo
αγορά
/aɣoˈɾa/
substΈνας τόπος όπου οι άνθρωποι αγοράζουν και πωλούν αγαθά.

αγορά
/aɣoˈɾa/
subst
άγριος
/ˈaɣri.os/
adjΠολύ δυνατός ή έντονος

άγριος
/ˈaɣri.os/
adj
αγρότης
/aˈɣrotis/
substφτωχός γεωργός

αγρότης
/aˈɣrotis/
subst
αγωγές
/aɣoˈɣes/
verboΝα κάνω νομικές ενέργειες κατά κάποιου

αγωγές
/aɣoˈɣes/
verbo
αγωγή
/aɣoˈʝi/
substΝομική υπόθεση

αγωγή
/aɣoˈʝi/
subst
αγωγός
/aɣoˈɣos/
substΜια μακριά σωλήνα για τη μεταφορά πετρελαίου ή αερίου

αγωγός
/aɣoˈɣos/
subst
αγωνία
/aɣoˈni.a/
substένα αίσθημα μεγάλης ανησυχίας ή θλίψης

αγωνία
/aɣoˈni.a/
subst