Exam

Testu Vian Vortprovizonivelon!

Scivolema pri viaj fremdlingvaj vortprovizokapabloj? Faru nian Vortprovizoteston nun kaj malkovru vian nivelon, de A1 (Komencanto) ĝis C2 (Majstreco)!

Vortlisto por CEFR - Pligrandigu Vian Vortprovizon A1 Greka

Bildo
Vorto
Transskribo
Signifo
Word

αυτή

/afˈti/

prn

Used to refer to a female person or animal

Word

αυτή

/afˈti/

prn
Used to refer to a female person or animal
Word

αυτή

/afˈti/

prn

Used to refer to a female person

Word

αυτή

/afˈti/

prn
Used to refer to a female person
Word

αυτί

/afˈti/

subst

το όργανο στο πλάι του κεφαλιού που χρησιμοποιείται για την ακοή

Word

αυτί

/afˈti/

subst
το όργανο στο πλάι του κεφαλιού που χρησιμοποιείται για την ακοή
Word

αυτό

/afˈto/

prn

Χρησιμοποιείται για να αναφέρεται σε ένα πράγμα ή ζώο

Word

αυτό

/afˈto/

prn
Χρησιμοποιείται για να αναφέρεται σε ένα πράγμα ή ζώο
Word

αυτό

/afˈto/

prn

Χρησιμοποιείται για να αναφερθεί σε συγκεκριμένο πράγμα

Word

αυτό

/afˈto/

prn
Χρησιμοποιείται για να αναφερθεί σε συγκεκριμένο πράγμα
Word

αυτοί

/aftí/

prn

Χρησιμοποιείται για να αναφέρεται σε ανθρώπους ή πράγματα

Word

αυτοί

/aftí/

prn
Χρησιμοποιείται για να αναφέρεται σε ανθρώπους ή πράγματα
Word

αυτοκίνητο

/af.tiˈci.ni.to/

subst

Ένα όχημα με τέσσερις τροχούς

Word

αυτοκίνητο

/af.tiˈci.ni.to/

subst
Ένα όχημα με τέσσερις τροχούς
Word

αυτόν

/afˈton/

prn

The male person being talked about

Word

αυτόν

/afˈton/

prn
The male person being talked about
Word

αυτός

/afˈtos/

prn

Χρησιμοποιείται για να προσδιορίσει ένα συγκεκριμένο άτομο ή πράγμα κοντά.

Word

αυτός

/afˈtos/

prn
Χρησιμοποιείται για να προσδιορίσει ένα συγκεκριμένο άτομο ή πράγμα κοντά.
Word

αυτός

/afˈtos/

prn

Χρησιμοποιείται για να αναφερθεί σε έναν άντρα

Word

αυτός

/afˈtos/

prn
Χρησιμοποιείται για να αναφερθεί σε έναν άντρα
Word

αυτούς

/afˈtus/

prn

Οι άνθρωποι ή τα πράγματα που συζητούνται

Word

αυτούς

/afˈtus/

prn
Οι άνθρωποι ή τα πράγματα που συζητούνται
Word

αφήνω

/aˈfino/

verbo

να επιτρέψω σε κάποιον να κάνει κάτι

Word

αφήνω

/aˈfino/

verbo
να επιτρέψω σε κάποιον να κάνει κάτι
Word

αχ

/ax/

interj

χρησιμοποιείται για να εκφράσει έκπληξη

Word

αχ

/ax/

interj
χρησιμοποιείται για να εκφράσει έκπληξη
Word

βάζω

/ˈvazo/

verbo

τοποθετώ κάτι

Word

βάζω

/ˈvazo/

verbo
τοποθετώ κάτι
Word

βαρετός

/vaɾeˈtos/

adj

όχι ενδιαφέρον

Word

βαρετός

/vaɾeˈtos/

adj
όχι ενδιαφέρον
Word

βαριεστημένος

/variestimenos/

adj

Αίσθημα κούρασης και δυσαρέσκειας επειδή κάτι δεν είναι ενδιαφέρον

Word

βαριεστημένος

/variestimenos/

adj
Αίσθημα κούρασης και δυσαρέσκειας επειδή κάτι δεν είναι ενδιαφέρον
Word

βάρκα

/ˈvar.ka/

subst

Μικρό σκάφος για ταξίδια στο νερό

Word

βάρκα

/ˈvar.ka/

subst
Μικρό σκάφος για ταξίδια στο νερό
Word

βάτραχος

/ˈvatr.axos/

subst

Ένα μικρό ζώο που μπορεί να πηδήξει και ζει στο νερό και στη γη

Word

βάτραχος

/ˈvatr.axos/

subst
Ένα μικρό ζώο που μπορεί να πηδήξει και ζει στο νερό και στη γη
Word

βελτιώνω

/veltiˈono/

verbo

κάνω κάτι καλύτερο

Word

βελτιώνω

/veltiˈono/

verbo
κάνω κάτι καλύτερο
Word

βιβλίο

/viˈvli.o/

subst

Σύνολο γραμμένων σελίδων

Word

βιβλίο

/viˈvli.o/

subst
Σύνολο γραμμένων σελίδων