Test dit ordforrådsniveau!
Nysgerrig på dine fremmedsprogskundskaber? Tag vores ordforrådstest nu og opdag dit niveau, fra A1 (Begynder) til C2 (Mesterskab)!Ordforrådsliste for CEFR - Udvid dit Ordforråd C2 Græsk

καθορίζω
/kathoˈrizo/
verbλέω τι πρέπει να γίνει

καθορίζω
/kathoˈrizo/
verb
καινοτομία
/kenotomiˈa/
substΚάτι νέο και ασυνήθιστο

καινοτομία
/kenotomiˈa/
subst
κακοποίηση
/kakoˈpisi/
substσκληρή ή βίαιη μεταχείριση

κακοποίηση
/kakoˈpisi/
subst
κακός
/kaˈkos/
adjΣυμπεριφέρεται άσχημα ή δεν ακολουθεί κανόνες

κακός
/kaˈkos/
adj
κακός
/kaˈkos/
adjπολύ κακός ή κακός

κακός
/kaˈkos/
adj
καληνύχτα
/kaliníxta/
interjΤρόπος να πεις αντίο τη νύχτα

καληνύχτα
/kaliníxta/
interj
καλλιέργεια
/ka.liˈeɾ.ʝa/
substη πράξη της καλλιέργειας φυτών

καλλιέργεια
/ka.liˈeɾ.ʝa/
subst
καλοριφέρ
/kaloriˈfer/
substΣυσκευή που θερμαίνει ένα δωμάτιο

καλοριφέρ
/kaloriˈfer/
subst
καλύτερα
/kaˈlitheɾa/
advΙδανικά ή αν είναι δυνατόν

καλύτερα
/kaˈlitheɾa/
adv
καμήλα
/kaˈmi.la/
substμεγάλο ζώο με μακρύ λαιμό και καμπούρες

καμήλα
/kaˈmi.la/
subst
κανόνι
/kaˈnoni/
substμεγάλο, βαρύ όπλο σε ρόδες

κανόνι
/kaˈnoni/
subst
κανονισμός
/ka.no.nisˈmos/
substΝόμος ή κανονισμός

κανονισμός
/ka.no.nisˈmos/
subst
κάνω έρωτα
/ˈkano ˈɛɾota/
verbΝα έχω σεξουαλική επαφή

κάνω έρωτα
/ˈkano ˈɛɾota/
verb
κάνω κάτι
/ˈkano ˈkati/
να κάνω κάτι, συχνά κάτι κακό

κάνω κάτι
/ˈkano ˈkati/

καπιταλιστικός
/kapitalistɪˈkós/
adjσχετικός με ένα σύστημα όπου οι επιχειρήσεις είναι ιδιωτικές

καπιταλιστικός
/kapitalistɪˈkós/
adj
κάποιες φορές
/ˈkɑpjes foˈɾes/
advΜερικές φορές, αλλά όχι συχνά

κάποιες φορές
/ˈkɑpjes foˈɾes/
adv
καρδινάλιος
/kaɾˈðinalios/
substυψηλόβαθμος αξιωματούχος στην Καθολική Εκκλησία

καρδινάλιος
/kaɾˈðinalios/
subst
καρότσι
/kaˈɾotsi/
substΈνα καρότσι για μεταφορά πραγμάτων

καρότσι
/kaˈɾotsi/
subst
καρπούζι
/karˈpuzi/
substΈνα μεγάλο πράσινο φρούτο με κόκκινη σάρκα και μαύρους σπόρους

καρπούζι
/karˈpuzi/
subst
καρτέλα
/karˈtela/
substμικρό κομμάτι χαρτιού ή υλικού

καρτέλα
/karˈtela/
subst